Αγγλικά → Ελληνικά - cause

προφορά
ουσ. αιτία, αίτιο, αφορμή, λόγος, πρόξενος, σκοπός, υπόθεση
ρήμ. προκαλώ, γίνομαι αιτία, προξενώ

Αγγλικά → Αγγλικά - cause

προφορά
n. factor, reason; principle, purpose; basis for a legal case
v. make happen, bring about
n. celebre, part of the term "cause celebre"

Αγγλικά → Γαλλικά - cause

προφορά
n. cause, facteur, motif; raison; but; principe; sujet, cause, motif pour un procès (Juridique - Droit)
v. causer; provoquer; occasionner; faire naître, susciter

Αγγλικά → Γερμανικά - cause

προφορά
n. Sache, Ursache; Anklagegrund
v. verursachen; anklagen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - cause

προφορά
n. sebab, penyebab, karena, pangkal, pohon, bibit, pembawa, alasan, bicara, pergerakan, maksud, perkara
v. menyebabkan, mendatangkan, menjadikan, membawa, membuat, memperbuat, mencetuskan, kasi, bikin, memaksa, memaksakan

Αγγλικά → Ιταλικά - cause

προφορά
s. causa; ragione, motivo; giusta causa; ideale
v. causare, provocare, produrre, determinare; costringere, indurre

Αγγλικά → Πολωνικά - cause

προφορά
n. powód, przyczyna, racja, sprawa, dzieło, przyczynienie, idea
v. spowodować, sprowokować, powodować, poczynić, prowokować, kazać, sprawiać, czynić, nakłopotać, troskać, narobić, przyczynić, zrządzić, doprowadzać, przyprowadzać, wyrządzać, sprowadzać, zwyrodnić, spowodowywać, sprawić, przyczyniać, zrządzać, doprowadzić, przyprowadzić, wyrządzić, sprowadzić, zwyradniać
conj. ponieważ, gdyż, bowiem

Αγγλικά → Πορτογαλικά - cause

προφορά
s. causa, motivo, razão
v. causar, ocasionar, motivar; induzir

Αγγλικά → Ρουμανικά - cause

προφορά
n. cauză, pricină, origine, motiv, explicaţie, interes, vină, obiect, subiect
v. cauza, stârni, provoca, pricinui, suscita, isca, prilejui, aduce, pune, determina, solicita, îndupleca, decide, procura, produce, urzi

Αγγλικά → Ρωσικά - cause

προφορά
с. причина, основание, мотив, повод, дело, процесс, сторона, довод
г. быть причиной, вызывать, причинять, заставлять

Αγγλικά → Ισπανικά - cause

προφορά
s. causa, causal, causante, factor, origen, razón; cruzada, misión; motivo, ocasión
v. causar, dar pie a, inspirar, irrogar, motivar, ocasionar, originar, provocar; producir, inferir

Αγγλικά → Τουρκικά - cause

προφορά
f. neden olmak, meydan vermek, sebep olmak, yol açmak, doğurmak
i. neden, sebep, amaç, gaye, haklı neden, dava, dava konusu, sorun, problem, iş

Αγγλικά → Ουκρανικά - cause

προφορά
n. причина, підстава, привід, мотив, справа, діло, судовий: судова справа, процес, хвороба, казус
v. причина: бути причиною, спричиняти, завдавати, викликати, примушувати, змушувати, спонукати, заподіяти, набавляти, накоїти, начиняти, призводити

Γαλλικά → Αγγλικά - cause

προφορά
(f) n. cause, origin, reason; case; brief

Γερμανικά → Αγγλικά - cause

προφορά
v. make happen, bring about

Ιταλικά → Αγγλικά - cause

προφορά
[causa] n. cause, reason; sake; suit, lawsuit, case, action, plea

Αγγλικά → Ολλανδικά - cause

προφορά
zn. oorzaak; reden; beweegreden; aanleiding; zaak
ww. veroorzaken

Γαλλικά → Γερμανικά - cause

προφορά
n. ursache, grund, anlass

Γαλλικά → Ιταλικά - cause

προφορά
1. (général) causa (f)
2. (but) causa (f)
3. (droit) causa (f); rapporto (m) 4. (raison) ragione (f); causa (f); motivo (m)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - cause

προφορά
1. (général) causa (f)
2. (but) causa (f)
3. (droit) ação judicial; processo (m); dossiê (m) 4. (raison) razão (f); causa (f); motivo (m)

Γαλλικά → Ρωσικά - cause

προφορά
n. дело (f), причина (f), основание (f), процесс (юр.) (f)

Γαλλικά → Ισπανικά - cause

προφορά
1. (général) causa (f)
2. (but) causa (f)
3. (droit) juicio (m); pleito (m); proceso (m); informe (m); sumario (m); resumen (m) 4. (raison) razón (f); causa (f); motivo (m)

Γαλλικά → Τουρκικά - cause

προφορά
[la] neden, sebep; yarar; hak; dava

Γαλλικά → Ολλανδικά - cause

προφορά
1. (général) oorzaak (m/f)
2. (but) doel (n)
3. (droit) rechtszaak (m/f); rechtsgeding (n); proces (n); instructie voor de pleiter 4. (raison) reden (m/f); grond (m); oorzaak (m/f)

Αγγλικά → Αραβικά - cause

προφορά
‏سبب، علة سبب، داع، موجه، دافع باعث، دعوى قضائية، القضية، قضية‏
‏سبب، أيد فكرة ما، قاضى، ضم جهده‏

Αγγλικά → Κινεζικά - cause

προφορά
(名) 原因; 理由, 根据; 起因; 动机
(动) 导致, 引起, 使发生

Αγγλικά → Κινεζικά - cause

προφορά
(名) 原因; 理由, 根據; 起因; 動機
(動) 導致, 引起, 使發生

Αγγλικά → Χίντι - cause

προφορά
n. कारण, वजह, सबब, उद्देश्य, बीज, अभियोग, संभव, कार्य, बिना
v. उत्पन्न करना, पहुंचाना, मचाना, पहुंचा देना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - cause

προφορά
(動) 原因となる, もたらす
(名) 原因; 理由, 動機; 主義; 訴訟理由

Αγγλικά → Κορεατικά - cause

προφορά
명. 원인, 이유; 원칙, 목적; 법률 소송의 신청
동. 일으키다, 야기하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - cause

προφορά
n. nguyên nhân, duyên cớ, lẽ, việc thưa kiện, việc tranh tụng, việc tố tụng, căng nguyên, nguyên do, lý do
v. xui nên


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: causing
Present: cause (3.person: causes)
Past: caused
Future: will cause
Present conditional: would cause
Present Perfect: have caused (3.person: has caused)
Past Perfect: had caused
Future Perfect: will have caused
Past conditional: would have caused
© dictionarist.com