Αγγλικά → Ελληνικά - catalogue

προφορά
ουσ. κατάλογος
ρήμ. καταχωρώ σε κατάλογο, συντάσσω κατάλογο, καταγράφω

Αγγλικά → Αγγλικά - catalogue

προφορά
n. itemized list
v. make an itemized list
n. catalog, list, index

Αγγλικά → Γαλλικά - catalogue

προφορά
n. catalogue répertoire, index; liste paraissant sous forme de livret qui présente des produits à vendre
v. cataloguer, effectuer une liste détaillée, classer, répertorier; dénombrer

Αγγλικά → Γερμανικά - catalogue

προφορά
n. Katalog, detaillierte Liste
v. katalogisieren

Αγγλικά → Ινδονησιακά - catalogue

προφορά
n. pendaftaran buku-buku, katalog, katalogus, pedoman
v. daftar nama buku: membuat daftar nama buku, mendaftarkan

Αγγλικά → Ιταλικά - catalogue

προφορά
s. catalogo; (fig) elenco, serie
v. catalogare

Αγγλικά → Πολωνικά - catalogue

προφορά
n. katalog, inwentarz
v. inwentaryzować, katalogować, skatalogować, zainwentaryzować, zinwentaryzować

Αγγλικά → Πορτογαλικά - catalogue

προφορά
s. catálogo (lista detalhada)
v. catalogar

Αγγλικά → Ρουμανικά - catalogue

προφορά
n. catalog, listă, plan de învăţământ, programă analitică
v. cataloga

Αγγλικά → Ρωσικά - catalogue

προφορά
с. каталог, справочник, проспект, прейскурант, список, реестр, программа, учебный план
г. каталогизировать, вносить в каталог, перечислять, регистрировать

Αγγλικά → Ισπανικά - catalogue

προφορά
s. catálogo, lista, listado, manual, nomenclatura
v. catalogar, categorizar, indexar, listar

Αγγλικά → Τουρκικά - catalogue

προφορά
i. katalog, fihrist, kütüphane kitap listesi; ardarda olaylar dizisi, olaylar dizisi

Αγγλικά → Ουκρανικά - catalogue

προφορά
n. каталог, довідник, список, реєстр, перелік, прейскурант, програма
v. каталогізувати, каталог: вносити в каталог, прейскурант: включати в прейскурант, перераховувати, реєструвати, підмічати

Γαλλικά → Αγγλικά - catalogue

προφορά
(m) n. catalog, list, index

Αγγλικά → Ολλανδικά - catalogue

προφορά
zn. catalogus, (gedetailleerde lijst)
ww. in catalogus brengen

Γαλλικά → Γερμανικά - catalogue

προφορά
n. katalog

Γαλλικά → Ιταλικά - catalogue

προφορά
(général) catalogo (m)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - catalogue

προφορά
(général) catálogo (m)

Γαλλικά → Ρωσικά - catalogue

προφορά
n. каталог (m), перечень (m), прейскурант (m)

Γαλλικά → Ισπανικά - catalogue

προφορά
(général) catálogo (m)

Γαλλικά → Τουρκικά - catalogue

προφορά
[le] katalog

Γαλλικά → Ολλανδικά - catalogue

προφορά
(général) catalogus (m); cataloog (m)

Αγγλικά → Αραβικά - catalogue

προφορά
‏بيان، قائمة، فهرس، بيان مصور‏
‏فهرس‏

Αγγλικά → Κινεζικά - catalogue

προφορά
(名) 目录, 总目
(动) 编入目录

Αγγλικά → Κινεζικά - catalogue

προφορά
(名) 目錄, 總目
(動) 編入目錄

Αγγλικά → Χίντι - catalogue

προφορά
n. सूचीपत्र, सूची, निर्ख़नामा
v. सूचीपत्र में दर्ज करना, सूची बनाना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - catalogue

προφορά
(動) 目録に載せる; カタログを作る
(名) カタログ,目録; 大学案内

Αγγλικά → Κορεατικά - catalogue

προφορά
명. 목록
동. 목록을 작성하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - catalogue

προφορά
n. bản tổng kê, sách tổng kê, mục lục, sách in kiểu hàng, ca ta lô, ghi vào bản tổng kê
v. kê thứ tự, làm bản tổng kê, cho vào mục lục, chia ra từng loại


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: cataloguing
Present: catalogue (3.person: catalogues)
Past: catalogued
Future: will catalogue
Present conditional: would catalogue
Present Perfect: have catalogued (3.person: has catalogued)
Past Perfect: had catalogued
Future Perfect: will have catalogued
Past conditional: would have catalogued
© dictionarist.com