Πορτογαλικά → Αγγλικά - caradura

προφορά
n. shameless person

Ισπανικά → Αγγλικά - caradura

προφορά
adj. arrogant, conceited, haughty, proud

Ισπανικά → Γαλλικά - caradura

προφορά
(comportamiento) culot (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - caradura

προφορά
n. unverschämt: unverschämter kerl

Ισπανικά → Ρωσικά - caradura

προφορά
n. наглец

Ισπανικά → Κορεατικά - caradura

προφορά
n. 철면피한 사람, 불손한 사람


© dictionarist.com