Πορτογαλικά → Αγγλικά - característico

προφορά
adj. typical; proper; discriminating, discriminatory; distinctive, peculiar; like

Ισπανικά → Αγγλικά - característico

προφορά
adj. characteristic, distinctive; proper

Πορτογαλικά → Γαλλικά - característico

προφορά
(traço) distinctif; caractéristique; typique; spécifique; type

Ισπανικά → Γαλλικά - característico

προφορά
(rasgo) distinctif; caractéristique; typique; spécifique; type

Ισπανικά → Γερμανικά - característico

προφορά
n. charakterdarsteller, merkmal
a. charakteristisch, bezeichnend, kennzeichnend, unterscheidend, wesenseigen, eigentümlich, typisch

Ισπανικά → Ρωσικά - característico

προφορά
adj. характерный, отличительный

Ισπανικά → Κορεατικά - característico

προφορά
adj. 특징적인, 특이한, 독특한, 특유한


dictionary extension
© dictionarist.com