Αγγλικά → Ελληνικά - callow

προφορά
επίθ. άπτερος, πρωτόβγαλτος, άπειρος
ουσ. αδαής

Αγγλικά → Αγγλικά - callow

προφορά
adj. without feathers; inexperienced; very young

Αγγλικά → Γαλλικά - callow

προφορά
adj. sans plume; inexpérimenté; imberbe, sans expérience; très jeune

Αγγλικά → Γερμανικά - callow

προφορά
adj. ungefiedert; unerfahren; kahl

Αγγλικά → Ινδονησιακά - callow

προφορά
a. masih hijau, muda, berpengalaman: belum berpengalaman

Αγγλικά → Ιταλικά - callow

προφορά
agg. implume, imberbe, in erba

Αγγλικά → Πολωνικά - callow

προφορά
a. nieopierzony, żółtodzioby, pętacki, smarkaty

Αγγλικά → Πορτογαλικά - callow

προφορά
adj. implume; inexperiente, imaturo, verde

Αγγλικά → Ρουμανικά - callow

προφορά
a. pană: fără pene, golaş, tânăr şi fără experienţă, crud, novice, neisprăvit

Αγγλικά → Ρωσικά - callow

προφορά
прил. неоперившийся, неопытный

Αγγλικά → Ισπανικά - callow

προφορά
adj. implume; inexperto, inmaduro, novato, sin experiencia

Αγγλικά → Τουρκικά - callow

προφορά
s. tüyleri bitmemiş, acemi, tecrübesiz, toy

Αγγλικά → Ουκρανικά - callow

προφορά
n. низина, болотистий луг, поверхневий шар
a. неоперений, голий, незрілий, недосвідчений

Αγγλικά → Ολλανδικά - callow

προφορά
bn. zonder veren, kaal; groen onervaren

Αγγλικά → Αραβικά - callow

προφορά
‏قليل الخبرة، لا خبرة له، غر‏

Αγγλικά → Κινεζικά - callow

προφορά
(形) 年轻而无经验的, 未生羽毛的

Αγγλικά → Κινεζικά - callow

προφορά
(形) 年輕而無經驗的, 未生羽毛的

Αγγλικά → Χίντι - callow

προφορά
n. दलदला घास का मैदान, धंसाऊ तृनभूमी
a. पंख निकला हुआ, अनभ्यस्त, अनुभवहीन, नातजरबाकार

Αγγλικά → Ιαπωνικά - callow

προφορά
(形) 毛が生えそろわない; 未熟な; 経験の浅い

Αγγλικά → Κορεατικά - callow

προφορά
형. 깃털이 아직 나지 않은

Αγγλικά → Βιετναμικά - callow

προφορά
n. chổ lủng thấp
a. chim con không có lông, chổ đất thấp và sâu

Γερμανικά → Κινεζικά - callow

προφορά
卡洛。姓氏。


dictionary extension
© dictionarist.com