Αγγλικά → Ελληνικά - calling

προφορά
ουσ. επάγγελμα, κλήση

Αγγλικά → Αγγλικά - calling

προφορά
n. ambition, aspiration; profession

Αγγλικά → Γαλλικά - calling

προφορά
n. ambition, aspiration; vocation, profession, métier; appel, cri; convocation; visite

Αγγλικά → Γερμανικά - calling

προφορά
[call] v. anrufen, rufen; aufrufen; telefonieren; besuchen
n. Bestreben; Beruf, Profession; Berufung

Αγγλικά → Ινδονησιακά - calling

προφορά
n. panggilan, pekerjaan

Αγγλικά → Ιταλικά - calling

προφορά
s. chiamata, grido; attività, impiego, occupazione; convocazione, invito

Αγγλικά → Πολωνικά - calling

προφορά
n. zawód, fach, powołanie

Αγγλικά → Πορτογαλικά - calling

προφορά
s. ambição, objetivo, desejo; ocupação, profissão

Αγγλικά → Ρουμανικά - calling

προφορά
n. chemare, apel, strigăt, strigare, vocaţie, profesie, meserie, îndeletnicire
a. chemător

Αγγλικά → Ρωσικά - calling

προφορά
с. призвание, профессия, занятие

Αγγλικά → Ισπανικά - calling

προφορά
s. llamado, invocación, llamamiento; profesión

Αγγλικά → Τουρκικά - calling

προφορά
i. seslenme, çağrı, davet, telefon etme; meslek, iş, görev aşkı

Αγγλικά → Ουκρανικά - calling

προφορά
n. покликання, професія, фах, ремесло, оклик, вигук, звання, скликання, запрошення, виклик, зазов
a. кричущий, волаючий, позивний, гукати: що гукає

Αγγλικά → Ολλανδικά - calling

προφορά
zn. streven; roeping; beroep; vak

Αγγλικά → Αραβικά - calling

προφορά
‏حرفة، دعوة، مناداة، مهنة، إستدعاء‏

Αγγλικά → Κινεζικά - calling

προφορά
(名) 职业; 邀请; 行业

Αγγλικά → Κινεζικά - calling

προφορά
(名) 職業; 邀請; 行業

Αγγλικά → Χίντι - calling

προφορά
n. पेशा, उद्यम

Αγγλικά → Ιαπωνικά - calling

προφορά
(名) 熱望; 天職
(動) 呼ぶ; 呼び寄せる; 召喚する; 召集する; …と名付ける; 電話をかける, 電話する

Αγγλικά → Κορεατικά - calling

προφορά
명. 야망, 대망, 포부; 천직, 하느님의 부르심

Αγγλικά → Βιετναμικά - calling

προφορά
n. đang gọi


dictionary extension
© dictionarist.com