Αγγλικά → Ελληνικά - calibrate

προφορά
ρήμ. μετρώ την διάμετρο

Αγγλικά → Αγγλικά - calibrate

προφορά
v. measure diameter, determine or adjust the reading of an instrument, adjust, tune; notch
v. calibrate, gauge, gage
adj. balanced, regulated, measured, calculated

Αγγλικά → Γαλλικά - calibrate

προφορά
v. calibrer, ajuster; graduer; vérifier le calibre; étalonner (compteur)

Αγγλικά → Γερμανικά - calibrate

προφορά
v. kalibrieren; Maße anpassen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - calibrate

προφορά
v. menyesuaikan, mengkaliberkan, memperkaliber

Αγγλικά → Ιταλικά - calibrate

προφορά
v. calibrare; graduare; tarare

Αγγλικά → Πολωνικά - calibrate

προφορά
v. kalibrować {techn.}, cechować, skalibrować, skalować

Αγγλικά → Πορτογαλικά - calibrate

προφορά
v. calibrar, graduar

Αγγλικά → Ρουμανικά - calibrate

προφορά
v. calibra, grada

Αγγλικά → Ρωσικά - calibrate

προφορά
г. калибровать, градуировать, определять начальную скорость, проверять

Αγγλικά → Ισπανικά - calibrate

προφορά
v. calibrar, poner a punto, reajustar; medir el diámetro interior

Αγγλικά → Τουρκικά - calibrate

προφορά
f. kalibresini bulmak, ayar etmek, ayarlamak, derecelendirmek

Αγγλικά → Ουκρανικά - calibrate

προφορά
v. калібрувати, градуювати, тарувати, перевіряти, вивіряти, визначати початкову швидкість, пристрілювати

Αγγλικά → Ολλανδικά - calibrate

προφορά
ww. het kaliber bepalen van, kalibreren, maat aanpassen, afstemmen

Αγγλικά → Αραβικά - calibrate

προφορά
‏مقياس مدرج‏
‏عاير، درج، قوم، فحص، حدد‏

Αγγλικά → Κινεζικά - calibrate

προφορά
(动) 测定口径, 查看刻度, 校准

Αγγλικά → Κινεζικά - calibrate

προφορά
(動) 測定口徑, 查看刻度, 校準

Αγγλικά → Χίντι - calibrate

προφορά
v. मोहरी लगाना, ठीक करना, जांच करना, जांचना, निरीक्षण करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - calibrate

προφορά
(動) 口径を測る; 目盛りをつける

Αγγλικά → Κορεατικά - calibrate

προφορά
동. 구경을 재다; 눈금을 재다, 눈금을 조정하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - calibrate

προφορά
v. chế định khẩu kinh, đường kính của súng ống, phân độ, hàng thử biểu


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: calibrating
Present: calibrate (3.person: calibrates)
Past: calibrated
Future: will calibrate
Present conditional: would calibrate
Present Perfect: have calibrated (3.person: has calibrated)
Past Perfect: had calibrated
Future Perfect: will have calibrated
Past conditional: would have calibrated
© dictionarist.com