Πορτογαλικά → Αγγλικά - calado

προφορά
adj. quiet, silent, speechless; mute; reticent, secretive, gloomily

Ισπανικά → Αγγλικά - calado

προφορά
adj. important, significant; consequential

Πορτογαλικά → Γαλλικά - calado

προφορά
1. (geral) sans paroles
2. (pessoa) renfermé
3. (náutico) tirant d'eau

Ισπανικά → Γαλλικά - calado

προφορά
1. (carpintería) travail ajouré
2. (náutico) tirant d'eau

Ισπανικά → Γερμανικά - calado

προφορά
n. hohlsaum, tiefgang, seetiefe
a. durchbrochen


dictionary extension
© dictionarist.com