Αγγλικά → Ελληνικά - cackle

προφορά
ουσ. κακάρισμα, φλυαρία
ρήμ. γελώ, κακαρίζω

Αγγλικά → Αγγλικά - cackle

προφορά
n. noise made by a hen; harsh laugh; loud chatter
v. make a cackling noise (like a hen); laugh harshly; chatter loudly

Αγγλικά → Γαλλικά - cackle

προφορά
n. caquet; rire saccadé; bavardage
v. caqueter, cacarder; papoter, bavarder, discuter; faire entendre un rire saccadé

Αγγλικά → Γερμανικά - cackle

προφορά
n. Kichern; Lachen; Gakeln
v. kichern; lachen; gakeln

Αγγλικά → Ινδονησιακά - cackle

προφορά
n. kotek, keok, tertawa kecil: hal tertawa kecil, terkekeh-kekeh: hal terkekeh-kekeh, terkikih-kikih: hal terkikih-kikih, terkekek-kekek: hal terkekek-kekek, terkikik-kikik: hal terkikik-kikik, obrolan
v. berkotek, tertawa kecil, mengobrol

Αγγλικά → Ιταλικά - cackle

προφορά
s. coccodè; schiamazzo; chiacchierio, ciarlio, chiacchiere
v. chiocciare; schiamazzare; ridere in modo chioccio; blaterare, ciarlare

Αγγλικά → Πολωνικά - cackle

προφορά
n. gdakanie, chichot, rechot, gadanie
v. gdakać, chichotać, rechotać, chełpić się, gdaknąć

Αγγλικά → Πορτογαλικά - cackle

προφορά
s. cacarejo; gargalhada; tagarelice
v. cacarejar; gargalhar; tagarelar

Αγγλικά → Ρουμανικά - cackle

προφορά
n. cotcodăcit, gâgâit, flecăreală
v. cotcodăci, trăncăni, gâgâi, flecări

Αγγλικά → Ρωσικά - cackle

προφορά
с. кудахтанье, гоготанье, хихиканье, болтовня
г. кудахтать, гоготать, хихикать, болтать

Αγγλικά → Ισπανικά - cackle

προφορά
s. cacareo; risa estridente; charla, cháchara
v. cacarear, graznar; reírse estridentemente, reír estridentemente; chacharear, picotear

Αγγλικά → Τουρκικά - cackle

προφορά
f. gıdaklamak, gevezelik etmek, laflamak
i. gıdaklama, gevezelik, kahkaha (kaba)

Αγγλικά → Ουκρανικά - cackle

προφορά
n. кудкудакання, квоктання, гелготання, регіт, хихикання, зубоскальство, базікання
v. кудкудакати, квоктати, гелготати, реготати, хихикати, зубоскалити, базікати

Αγγλικά → Ολλανδικά - cackle

προφορά
zn. gekakel; luid gelach; geklets
ww. kakelen, leuteren; luid lachen; kletsen

Αγγλικά → Αραβικά - cackle

προφορά
‏تقويق الدجاجة، قوقئة صوت الدجاج، ثرثرة بجلبة، القوقأة صوت الدجاج، ثرثرة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - cackle

προφορά
(名) 咯咯声; 饶舌; 高声笑
(动) 咯咯叫; 喋喋不休; 咯咯笑; 格格笑着表示; 喋喋不休地说

Αγγλικά → Κινεζικά - cackle

προφορά
(名) 咯咯聲; 饒舌; 高聲笑
(動) 咯咯叫; 喋喋不休; 咯咯笑; 格格笑著表示; 喋喋不休地說

Αγγλικά → Χίντι - cackle

προφορά
n. कुड़कुड़ाना, घें-में, खिलखिलकर हंसना
v. कुड़कुड़ाना, घें-में करना, खिलखिलकर हंसना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - cackle

προφορά
(動) クワックワッと鳴く(雌鳥のように); かん高い声で笑う; 黄色い声を出す
(名) 雌鳥の鳴き声; かん高い笑い声; 黄色い声

Αγγλικά → Κορεατικά - cackle

προφορά
명. 꼬꼬댁, 닭우는 소리; 깔깔 거리는 웃음 소리; 시끄러운 잡담
동. 꼬꼬댁 울다, 닭울음 소리를 내다; 깔깔 웃다; 시끄럽게 잡담하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - cackle

προφορά
n. tiếng gà mái cục tác sau khi đẻ, lời nói nhảm, người nói dai, người cười nhẹ
v. cục tác, cười chế nhạo, lải nhải, nhảm nhí
a. cười nhẹ, người hay nói nhảm


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: cackling
Present: cackle (3.person: cackles)
Past: cackled
Future: will cackle
Present conditional: would cackle
Present Perfect: have cackled (3.person: has cackled)
Past Perfect: had cackled
Future Perfect: will have cackled
Past conditional: would have cackled
© dictionarist.com