Αγγλικά → Ελληνικά - buttress

προφορά
ουσ. αντιτείχισμα
ρήμ. στηρίζω

Αγγλικά → Αγγλικά - buttress

προφορά
n. support, brace
v. support, reinforce

Αγγλικά → Γαλλικά - buttress

προφορά
n. contrefort, soutien, support
v. étayer, soutenir, renforcer; arc-bouter; supporter

Αγγλικά → Γερμανικά - buttress

προφορά
n. Stütze, Lehne
v. stützen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - buttress

προφορά
n. dinding penopang, dinding
v. menopang, menunjang, memperkuat

Αγγλικά → Ιταλικά - buttress

προφορά
s. (Arch) contrafforte, sperone; (fig) appoggio, sostegno
v. sostenere con un contrafforte; (fig) appoggiare, rafforzare

Αγγλικά → Πολωνικά - buttress

προφορά
n. skarpa, przypora, ramię góry, gurt
v. oskarpować, skarpować, podpierać, podeprzeć

Αγγλικά → Πορτογαλικά - buttress

προφορά
s. esteio, suporte, reforço
v. apoiar, sustentar

Αγγλικά → Ρουμανικά - buttress

προφορά
n. contrafort {constr.}
v. sprijini, susţine

Αγγλικά → Ρωσικά - buttress

προφορά
с. контрфорс, подпорка, бык (опора), опора, устой, поддержка
г. поддерживать, подпирать, служить опорой

Αγγλικά → Ισπανικά - buttress

προφορά
s. apoyo; contrafuerte, botarel, machón, refuerzo, arbotante
v. respaldar; reforzar, afianzar con estribo

Αγγλικά → Τουρκικά - buttress

προφορά
f. desteklik etmek, desteklemek, perçinleştirmek
i. destek, ayak, payanda

Αγγλικά → Ουκρανικά - buttress

προφορά
n. контрфорс, стояк, опора
v. підпирати, підкріпляти

Αγγλικά → Ολλανδικά - buttress

προφορά
zn. steunbeer,leuning
ww. versterken,steunen

Αγγλικά → Αραβικά - buttress

προφορά
‏كتف، داعمة، كتف الجبل، دعامة حائط، نتوء جبلي‏
‏دعم، كتف، بكتف‏

Αγγλικά → Κινεζικά - buttress

προφορά
(名) 拱壁, 支持物, 扶壁
(动) 用扶壁支撑; 扶持

Αγγλικά → Κινεζικά - buttress

προφορά
(名) 拱壁, 支援物, 扶壁
(動) 用扶壁支撐; 扶持

Αγγλικά → Χίντι - buttress

προφορά
n. टेक, उठंगाना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - buttress

προφορά
(動) 控え壁で支える; 支える
(名) 控え壁; 支え

Αγγλικά → Κορεατικά - buttress

προφορά
명. 부벽, 버팀목, 지지대
동. 부벽으로 버티다

Αγγλικά → Βιετναμικά - buttress

προφορά
n. cột, trụ
v. chống bằng cột, đở bằng cột


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: buttressing
Present: buttress (3.person: buttresses)
Past: buttressed
Future: will buttress
Present conditional: would buttress
Present Perfect: have buttressed (3.person: has buttressed)
Past Perfect: had buttressed
Future Perfect: will have buttressed
Past conditional: would have buttressed
© dictionarist.com