Αγγλικά → Ελληνικά - business

προφορά
ουσ. εργασία, δουλειά, ενασχόληση, εμπόριο, επιχείρηση, υπόθεση

Αγγλικά → Αγγλικά - business

προφορά
n. commerce, trade; matter; movements and gestures by actors in a play
adj. of business, of commerce, of trade
n. business, commerce, trade

Αγγλικά → Γαλλικά - business

προφορά
n. affaire; besogne; activité; métier; commerce; entreprise; les affaires; jeux de scène (Théâtre, Cinéma)
adj. commercial, d'affaires; de bureau, de travail

Αγγλικά → Γερμανικά - business

προφορά
n. Geschäft, Unternehmen, Betrieb; Beschäftigung; Sache; Angelegenheit; Bewegungen und Gesichtsausdrücke in einem Theaterstück
adj. geschäftlich

Αγγλικά → Ινδονησιακά - business

προφορά
n. perusahaan, urusan, perkara, kewajiban, tugas, usaha, bisnis

Αγγλικά → Ιταλικά - business

προφορά
s. lavoro, occupazione, mestiere, attività; affari, commercio; ditta, azienda, impresa, compagnia; sede, uffici; negozio, rivendita; fabbrica; affare, fatti; compito, dovere; faccenda, storia; fatica
agg. di affari, affaristico; commerciale

Αγγλικά → Πολωνικά - business

προφορά
n. sprawa, rzecz, interes, biznes, handel, przedsiębiorstwo, firma, kupiectwo, fach, rzemiosło, historia, ruchliwość
a. handlowy, służbowy, urzędowy

Αγγλικά → Πορτογαλικά - business

προφορά
s. negócios; assunto; comércio; profissão; local de trabalho
adj. negociável

Αγγλικά → Ρουμανικά - business

προφορά
n. afacere, tranzacţie, negustorie, activitate comercială, afaceri, daraveră, activitate, ocupaţiune, ocupaţie, treabă, lucru, chestiune, chestie, datorie, obligaţie, gheşeft, îndeletnicire, nevoie, târg, tocmeală, alişveriş
a. comercial

Αγγλικά → Ρωσικά - business

προφορά
с. дело, занятие, профессия; обязанность; право; коммерческая деятельность, бизнес, торговое предприятие; фирма; сделка
прил. деловой, практический

Αγγλικά → Ισπανικά - business

προφορά
s. negocio, comercio, negocios; casa, compañía, empresa de negocios; asunto, cuestión; profesión, ocupación
adj. comercial

Αγγλικά → Τουρκικά - business

προφορά
i. faaliyet, iş, görev, alım satım, ticaret, ticarethane, firma, işyeri, konu, mesele

Αγγλικά → Ουκρανικά - business

προφορά
n. бізнес, заняття: постійне заняття, робота, обов'язок, торгівля, справа, відносини, діло, зайнятість

Γαλλικά → Αγγλικά - business

προφορά
(m) n. business, commerce

Γερμανικά → Αγγλικά - business

προφορά
adj. of business, of commerce, of trade

Ιταλικά → Αγγλικά - business

προφορά
n. transaction, negotiation, business deal

Αγγλικά → Ολλανδικά - business

προφορά
zn. zaken, handel; bedrijf, zaak; werk; aangelegenheid; beweging en uitdrukking bij opvoering
bn. zakelijk,van bedrijf

Γαλλικά → Ρωσικά - business

προφορά
n. предпринимательство (m)

Γερμανικά → Ρωσικά - business

προφορά
n. бизнес (n)

Γερμανικά → Τουρκικά - business

προφορά
i. iş (n)

Αγγλικά → Αραβικά - business

προφορά
‏قضية، عمل، تجارة، متاجرة، مهمة، مشروع تجاري، حركة، شأن، مهنة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - business

προφορά
(名) 生意, 业务, 事情

Αγγλικά → Κινεζικά - business

προφορά
(名) 生意, 業務, 事情

Αγγλικά → Χίντι - business

προφορά
n. कार्य, व्यापार, व्यवसाय, सरोकार, रोज़गार, पेशा

Αγγλικά → Ιαπωνικά - business

προφορά
(形) 商業上の
(名) 仕事; 職業; 事業; 用事; やるべきこと; 商売; 口出しすべきこと

Αγγλικά → Κορεατικά - business

προφορά
명. 업무, 영업, 거래; 일; 연극에서 몸짓, 행동
형. 사업상의, 업무의, 영업의

Αγγλικά → Βιετναμικά - business

προφορά
n. công việc, buôn bán, kinh doanh, thương mải, nghề nghiệp, vai trò, việc làm

Γερμανικά → Κινεζικά - business

προφορά
[das]业务。交易。商务。商业,营业,生意


dictionary extension
© dictionarist.com