Αγγλικά → Ελληνικά - buried

προφορά
[bury] ρήμ. θάπτω, θάβω, χώνω

Αγγλικά → Αγγλικά - buried

προφορά
adj. interred, placed in the ground and covered with earth

Αγγλικά → Γαλλικά - buried

προφορά
adj. enterré, inhumé; placé sous terre

Αγγλικά → Γερμανικά - buried

προφορά
[bury] v. vergraben, begraben
adj. begraben

Αγγλικά → Ινδονησιακά - buried

προφορά
a. tertimbun

Αγγλικά → Ιταλικά - buried

προφορά
agg. sepolto

Αγγλικά → Πολωνικά - buried

προφορά
v. pogrzebać, pochować, zakopać, chować, ukryć, zagrzebać, zasypać, zapomnieć, wbić, przysypać, uśmiercać

Αγγλικά → Πορτογαλικά - buried

προφορά
adj. enterrado

Αγγλικά → Ρουμανικά - buried

προφορά
v. îngropa, înmormânta, înhuma, adânci, cufunda, prohodi

Αγγλικά → Ρωσικά - buried

προφορά
прил. похороненный, захороненный, погруженный

Αγγλικά → Ισπανικά - buried

προφορά
adj. sepulto, coterrado, enterrado, soterrado

Αγγλικά → Τουρκικά - buried

προφορά
s. gömülü, örtülü

Αγγλικά → Ουκρανικά - buried

προφορά
v. вгрібати, заглиблюватися, закривати, заривати, захоронити, поховати, ховати, хоронити

Αγγλικά → Ολλανδικά - buried

προφορά
bn. begraven

Αγγλικά → Αραβικά - buried

προφορά
‏مدفون، مقبور‏

Αγγλικά → Κινεζικά - buried

προφορά
(形) 埋葬的

Αγγλικά → Κινεζικά - buried

προφορά
(形) 埋葬的

Αγγλικά → Χίντι - buried

προφορά
v. दफनाना, दफन करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - buried

προφορά
(形) 埋められた
(動) 埋める; 埋葬する, 葬る; うずめる

Αγγλικά → Κορεατικά - buried

προφορά
형. 땅에 묻힌

Αγγλικά → Βιετναμικά - buried

προφορά
v. chôn, mai táng, xỏ vào


© dictionarist.com