Αγγλικά → Ελληνικά - burdensome

προφορά
επίθ. φορτικός, επαχθής

Αγγλικά → Αγγλικά - burdensome

προφορά
adj. laborious; tiring; weighty

Αγγλικά → Γαλλικά - burdensome

προφορά
adj. lourd; fatiguant; angoissant; laborieux; onéreux

Αγγλικά → Γερμανικά - burdensome

προφορά
adj. lästig, schwierig

Αγγλικά → Ινδονησιακά - burdensome

προφορά
a. berat, beban: yg menjadi beban, memberatkan: yg memberatkan

Αγγλικά → Ιταλικά - burdensome

προφορά
agg. pesante, gravoso; opprimente

Αγγλικά → Πολωνικά - burdensome

προφορά
a. uciążliwy

Αγγλικά → Πορτογαλικά - burdensome

προφορά
adj. pesado, incômodo, fatigante

Αγγλικά → Ρουμανικά - burdensome

προφορά
a. greu, apăsător, oneros, împovărător

Αγγλικά → Ρωσικά - burdensome

προφορά
прил. обременительный, тягостный

Αγγλικά → Ισπανικά - burdensome

προφορά
adj. gravoso, agobiante, agotador, canso, cansoso, fatigante, fatigoso, muy difícil, oneroso, opresivo, trabajoso

Αγγλικά → Τουρκικά - burdensome

προφορά
s. sıkıcı, külfetli, ağır

Αγγλικά → Ουκρανικά - burdensome

προφορά
a. обтяжливий, дражливий

Αγγλικά → Ολλανδικά - burdensome

προφορά
bn. zwaar; vermoeiend; lastig

Αγγλικά → Αραβικά - burdensome

προφορά
‏متعب، باهظ‏

Αγγλικά → Κινεζικά - burdensome

προφορά
(形) 累赘的, 艰难的, 恼人的

Αγγλικά → Κινεζικά - burdensome

προφορά
(形) 累贅的, 艱難的, 惱人的

Αγγλικά → Χίντι - burdensome

προφορά
a. भारी, बोझल, बोझिल, कष्टकारी

Αγγλικά → Ιαπωνικά - burdensome

προφορά
(形) 重荷となる; 負担の大きい; 厄介な

Αγγλικά → Κορεατικά - burdensome

προφορά
형. 수고스러운; 성가신; 부담되는

Αγγλικά → Βιετναμικά - burdensome

προφορά
a. nặng nề


dictionary extension
© dictionarist.com