Αγγλικά → Ελληνικά - buoy

προφορά
ουσ. σημαντήρ, σημαδούρα
ρήμ. επιπλέω, στηρίζω

Αγγλικά → Αγγλικά - buoy

προφορά
n. anchored float used as a guide to navigators
v. keep afloat; support, sustain, encourage

Αγγλικά → Γαλλικά - buoy

προφορά
n. bouée de navigation, balise flottante (Nautique)
v. marquer d'une bouée, baliser; maintenir à flot; soutenir, encourager, appuyer

Αγγλικά → Γερμανικά - buoy

προφορά
n. Boje
v. über Wasser halten; aufrechterhalten; beleben, flott halten

Αγγλικά → Ινδονησιακά - buoy

προφορά
n. pelampung, rambu, bui
v. mengangkat ke atas permukaan air

Αγγλικά → Ιταλικά - buoy

προφορά
s. (Mar) boa, gavitello; boa di salvataggio
v. segnalare con boe

Αγγλικά → Πολωνικά - buoy

προφορά
n. boja, pława, bakan, pływak, jezioro

Αγγλικά → Πορτογαλικά - buoy

προφορά
s. bóia; baliza
v. boiar, fazer boiar; proteger; apoiar, torcer

Αγγλικά → Ρουμανικά - buoy

προφορά
n. baliză, geamandură
v. marca cu geamanduri, menţine la suprafaţa apei, susţine

Αγγλικά → Ρωσικά - buoy

προφορά
с. буй, буек, бакен, веха
г. обставлять буями, ставить бакены; поддерживать, поднимать на поверхность

Αγγλικά → Ισπανικά - buoy

προφορά
s. boya, baliza
v. mantener a flote; abalizar, aboyar, dar aliento, animar

Αγγλικά → Τουρκικά - buoy

προφορά
f. şamandıra ile işaret koymak, su üzerinde tutmak, yüzdürmek, desteklemek
i. şamandıra

Αγγλικά → Ουκρανικά - buoy

προφορά
n. бакен, віха, буй, рятувальний круг
v. бакен: ставити бакени

Αγγλικά → Ολλανδικά - buoy

προφορά
zn. boei
ww. drijvend houden; steunen; aanmoedigen

Αγγλικά → Αραβικά - buoy

προφορά
‏عوامة، طافية، عوامة الإنقاذ‏
‏زود بالطوافي، أبقه طائفا‏

Αγγλικά → Κινεζικά - buoy

προφορά
(名) 浮标; 救生圈; 浮筒
(动) 使浮起; 鼓励; 支撑

Αγγλικά → Κινεζικά - buoy

προφορά
(名) 浮標; 救生圈; 浮筒
(動) 使浮起; 鼓勵; 支撐

Αγγλικά → Χίντι - buoy

προφορά
v. बांधना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - buoy

προφορά
(動) 浮かす; 支援する
(名) ブイ; 救命浮き輪

Αγγλικά → Κορεατικά - buoy

προφορά
명. 부표, 항해자를 안내하는 부표
동. 띄우다, 지탱하다, ...에 부이를 달다, 뜨다

Αγγλικά → Βιετναμικά - buoy

προφορά
n. phao, thả phao
v. làm nổi vật gì lên, giúp đở người nào


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: buoying
Present: buoy (3.person: buoys)
Past: buoyed
Future: will buoy
Present conditional: would buoy
Present Perfect: have buoyed (3.person: has buoyed)
Past Perfect: had buoyed
Future Perfect: will have buoyed
Past conditional: would have buoyed
© dictionarist.com