Αγγλικά → Ελληνικά - bulldoze

προφορά
ρήμ. φοβερίζω, εξαναγκάζω

Αγγλικά → Αγγλικά - bulldoze

προφορά
v. level with a bulldozer; push, force through ruthlessly; intimidate

Αγγλικά → Γαλλικά - bulldoze

προφορά
v. dégager, déblayer, démolir; aplanir au bulldozer; pousser, dynamiser, employer les grands moyens; intimider; menacer, brutaliser

Αγγλικά → Γερμανικά - bulldoze

προφορά
v. mit Bulldozer planieren; zu etwas zwingen; einschüchtern; terrorisieren

Αγγλικά → Ινδονησιακά - bulldoze

προφορά
v. meratakan, memaksa dgn kekerasan

Αγγλικά → Ιταλικά - bulldoze

προφορά
v. costringere con la forza; angariare, intimorire, costringere con minacce; spianare con un bulldozer

Αγγλικά → Πολωνικά - bulldoze

προφορά
v. zastraszyć, niwelować, zastraszać

Αγγλικά → Πορτογαλικά - bulldoze

προφορά
v. intimidar, amedrontar; aplainar a terra com motoniveladora; apoiar, dar força

Αγγλικά → Ρουμανικά - bulldoze

προφορά
v. pregăti pentru construcţie, teroriza

Αγγλικά → Ρωσικά - bulldoze

προφορά
г. сгребать бульдозером, расчищать, выравнивать грунт, разбивать крупные куски; запугивать, шантажировать, принуждать

Αγγλικά → Ισπανικά - bulldoze

προφορά
v. nivelar con una excavadora, tirar con una excavadora; arrollar, arrollar a empujones; intimidar; bravear

Αγγλικά → Τουρκικά - bulldoze

προφορά
f. buldozer ile temizlemek, buldozerle üzerinden geçmek, gözdağı vermek, korkutmak

Αγγλικά → Ουκρανικά - bulldoze

προφορά
v. згрібати бульдозером

Αγγλικά → Ολλανδικά - bulldoze

προφορά
ww. wegschuiven; platwalsen; intimideren

Αγγλικά → Αραβικά - bulldoze

προφορά
‏أرهب، أزال‏

Αγγλικά → Κινεζικά - bulldoze

προφορά
(动) 恫吓; 以推土机清除; 欺凌

Αγγλικά → Κινεζικά - bulldoze

προφορά
(動) 恫嚇; 以推土機清除; 欺凌

Αγγλικά → Χίντι - bulldoze

προφορά
v. बुलडोज़र से खोदना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - bulldoze

προφορά
(動) ブルドーザーでならす; ブルドーザーを使う; 強引に押し通す; 脅す

Αγγλικά → Κορεατικά - bulldoze

προφορά
동. 불도저로 땅을 고르다; 불도저로 밀어내다; 으르다, 협박하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - bulldoze

προφορά
v. hăm dọa


Χρονοι ρηματων

Present participle: bulldozing
Present: bulldoze (3.person: bulldozes)
Past: bulldozed
Future: will bulldoze
Present conditional: would bulldoze
Present Perfect: have bulldozed (3.person: has bulldozed)
Past Perfect: had bulldozed
Future Perfect: will have bulldozed
Past conditional: would have bulldozed
© dictionarist.com