Αγγλικά → Ελληνικά - bulge

προφορά
ουσ. κύρτωμα εξέχο, προεξοχή
ρήμ. προεξογκούμαι, φουσκώνω

Αγγλικά → Αγγλικά - bulge

προφορά
n. protrusion, projection; temporary growth
v. be inflated; protrude, project

Αγγλικά → Γαλλικά - bulge

προφορά
n. protubérance, renflement; soufflure; saillant; croissance temporaire; ballonnement; bombement
v. bomber; ballonner, faire saillie; se déjeter; projeter

Αγγλικά → Γερμανικά - bulge

προφορά
n. Beule; Wölbung
v. vorstehen; anschwellen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - bulge

προφορά
n. menonjol: sifat menonjol, pertambahan, tonjolan
v. menonjol, besar: menjadi besar, membuncit, bengkak: menjadi bengkak, menggembung, mengepuh

Αγγλικά → Ιταλικά - bulge

προφορά
s. protuberanza, rigonfiamento, prominenza; (fig) aumento temporaneo; (Statist) punta; (Mil) saliente; (Mar) controcarena
v. incurvarsi, essere protuberante, sporgere; (fig) uscire dalle orbite; traboccare, essere rigonfio

Αγγλικά → Πολωνικά - bulge

προφορά
n. wybrzuszenie, wypukłość, spęcznienie, wzdęcie, przewaga, hossa
v. nadąć, wybrzuszać, wydąć się, wzdąć się, wybrzuszać się, sterczeć, pęcznieć, spęcznieć, bałwanić, nadymać, wybrzuszyć

Αγγλικά → Πορτογαλικά - bulge

προφορά
s. bojo; saliência, desaprumo
v. encher; destacar-se

Αγγλικά → Ρουμανικά - bulge

προφορά
n. umflătură, ridicare a preţurilor {fam.}, bulbucătură, creştere a preţurilor
v. umfla: se umfla

Αγγλικά → Ρωσικά - bulge

προφορά
с. выпуклость; преимущество; вздутие цен, временное увеличение, увеличение; выступ; клин
г. выпячиваться, выдаваться, раздаваться, деформироваться, быть наполненным до отказа, оттопыривать

Αγγλικά → Ισπανικά - bulge

προφορά
s. protuberancia, abultamiento, bulto, comba
v. abultar, abombar, hinchar; hincharse, abultarse, crecer; exagerar, estar hinchado

Αγγλικά → Τουρκικά - bulge

προφορά
f. çıkıntı yapmak, şişmek, esnemek, pörtlemek
i. şiş, tümsek, çıkıntı, geçici artış, şişkinlik, fazlalık

Αγγλικά → Ουκρανικά - bulge

προφορά
n. випуклість, перевага, роздування цін
v. випинатися, деформуватися, роздуватися

Αγγλικά → Ολλανδικά - bulge

προφορά
zn. uitpuiling
ww. uitpuilen

Αγγλικά → Αραβικά - bulge

προφορά
‏إنتفاخ، نتوء، بروز، أفضلية‏
‏إنتفخ، برز، ورم، نتأ‏

Αγγλικά → Κινεζικά - bulge

προφορά
(名) 胀, 膨胀
(动) 使膨胀, 使凸起; 膨胀, 凸起; 装满

Αγγλικά → Κινεζικά - bulge

προφορά
(名) 脹, 膨脹
(動) 使膨脹, 使凸起; 膨脹, 凸起; 裝滿

Αγγλικά → Χίντι - bulge

προφορά
n. उभाड़
v. उभाड़ना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - bulge

προφορά
(動) 膨れる, 膨張する; 盛り上がらせる; 突き出る
(名) 胴; 湾曲部; 膨らみ; 膨張; 一時的増加

Αγγλικά → Κορεατικά - bulge

προφορά
명. 부풀기,불룩함; 일시적 증가
동. 부풀리다; 부풀다

Αγγλικά → Βιετναμικά - bulge

προφορά
n. chổ lồi ra, chổ phồng ra, sự lên giá


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: bulging
Present: bulge (3.person: bulges)
Past: bulged
Future: will bulge
Present conditional: would bulge
Present Perfect: have bulged (3.person: has bulged)
Past Perfect: had bulged
Future Perfect: will have bulged
Past conditional: would have bulged
© dictionarist.com