Αγγλικά → Ελληνικά - build up

προφορά
ρήμ. συγκέντρωση

Αγγλικά → Αγγλικά - build up

προφορά
v. construct, build (something new); publicize, advertise, bring to the attention of the public, promote; intensify, strengthen, increase
n. gradual increase, increasing accumulation; act of building up an accumulation, accretion; promotion, advertising, publicity

Αγγλικά → Γαλλικά - build up

προφορά
v. fonder, construire, réhausser, réparer; affermir; développer; accumuler

Αγγλικά → Γερμανικά - build up

προφορά
v. aufbauen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - build up

προφορά
v. membangun, membangunkan, menambah, menambahkan, bertambah, meneguhkan, memperkukuh, memperkukuhkan, memperkuat kesehatan badan, memperbesar, memperluas, memperluaskan

Αγγλικά → Ιταλικά - build up

προφορά
v. incremento, aumento; (Mil) concentramento; sviluppo, rafforzamento; lancio pubblicitario; preparazione

Αγγλικά → Πολωνικά - build up

προφορά
v. wzmacniać, wyrabiać sobie, rozwijać, wymyślać, tworzyć, montować, wzmocnić, rozwinąć, wymyśleć, wymyślić

Αγγλικά → Πορτογαλικά - build up

προφορά
v. fortalecer, acumular, desenvolver, estabelecer

Αγγλικά → Ρουμανικά - build up

προφορά
v. construi

Αγγλικά → Ρωσικά - build up

προφορά
г. монтировать, собирать, закладывать кирпичом, застраивать, обстроить, обстраивать, воздвигать, воздвигнуть, смонтировать, собрать, укреплять, нарастить, наращивать, строить, постепенно создавать, накоплять, широко рекламировать

Αγγλικά → Ισπανικά - build up

προφορά
v. urbanizar, reunir

Αγγλικά → Τουρκικά - build up

προφορά
f. kurmak, kuvvetlendirmek, artırmak, geliştirmek, övmek, göklere çıkarmak

Αγγλικά → Ουκρανικά - build up

προφορά
v. монтувати, забудовувати

Αγγλικά → Ολλανδικά - build up

προφορά
ww. opbouwen {iets nieuws}

Αγγλικά → Αραβικά - build up

προφορά
‏إنشاء، تعزيز، تعاظم، إشتداد، استفحال‏
‏أنشأ شخصية، إشتد‏

Αγγλικά → Κινεζικά - build up

προφορά
增进; 使增大

Αγγλικά → Κινεζικά - build up

προφορά
增進; 使增大

Αγγλικά → Χίντι - build up

προφορά
v. बना देना, बना लेना, बनाना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - build up

προφορά
(动) 形作る, 作り立てる, 作り上げる, 築き上げる

Αγγλικά → Κορεατικά - build up

προφορά
건물을 짓다

Αγγλικά → Βιετναμικά - build up

προφορά
n. cất lên, xây dựng, kiến trúc, căn cứ vào, tin cậy vào


© dictionarist.com