Αγγλικά → Ινδονησιακά - buffo

προφορά
n. pemain lucu

Αγγλικά → Ιταλικά - buffo

προφορά
s. buffo (m)

Αγγλικά → Πολωνικά - buffo

προφορά
a. buffo

Αγγλικά → Πορτογαλικά - buffo

προφορά
adj. cômico

Αγγλικά → Ρωσικά - buffo

προφορά
с. комический актер
прил. комический

Ιταλικά → Αγγλικά - buffo

προφορά
adj. funny, comic, comical, laughable, droll

Πολωνικά → Αγγλικά - buffo

a. buffo

Αγγλικά → Ολλανδικά - buffo

προφορά
bn. komisch : komische acteur

Γερμανικά → Γαλλικά - buffo

προφορά
n. chanteur bouffe (m)

Γερμανικά → Ισπανικά - buffo

προφορά
n. bufo (m)

Ιταλικά → Γαλλικά - buffo

προφορά
1. (generale) drôle; amusant; risible
2. (comico) comique; humoristique; plein d'humour; drôle; bizarre; curieux; grotesque; étrange

Ιταλικά → Γερμανικά - buffo

προφορά
adj. ulkig, scherzhaft, schnurrig, komisch, drollig, eigenartig, seltsam

Αγγλικά → Κινεζικά - buffo

προφορά
n. 滑稽歌手 (hua2 jı1 ge1 shou3)
adj. 滑稽的 (hua2 jı1 de5)

Αγγλικά → Κινεζικά - buffo

προφορά
n. 滑稽歌手 (hua2 jı1 ge1 shou3)
adj. 滑稽的 (hua2 jı1 de5)

Αγγλικά → Χίντι - buffo

προφορά
a. भैंस का

Αγγλικά → Κορεατικά - buffo

προφορά
형. 익살스러운


© dictionarist.com