Αγγλικά → Αγγλικά - brought up

προφορά
raise, educate

Αγγλικά → Γαλλικά - brought up

προφορά
soulevé, introduit, amené, mis sur le tapis (sujet,opinion); instruit, cultivé; elevé, grandi, mature

Αγγλικά → Γερμανικά - brought up

προφορά
erziehen, aufziehen

Αγγλικά → Τουρκικά - brought up

προφορά
yetistir

Αγγλικά → Ουκρανικά - brought up

προφορά
v. зростати
a. плеканий

Αγγλικά → Ολλανδικά - brought up

προφορά
opvoeden, grootbrengen

Αγγλικά → Αραβικά - brought up

προφορά
رفع, ربى

Αγγλικά → Κινεζικά - brought up

προφορά
教育, 提出, 培养

Αγγλικά → Κινεζικά - brought up

προφορά
教育, 提出, 培養


dictionary extension
© dictionarist.com