Ιταλικά → Αγγλικά - brioso

προφορά
adj. lively, racy, spirited, merry

Πορτογαλικά → Αγγλικά - brioso

προφορά
adj. courageous, manly, noble; resolute; generous

Ισπανικά → Αγγλικά - brioso

προφορά
adj. high-spirited, lively, zestful; proud

Ιταλικά → Γαλλικά - brioso

προφορά
1. (condizione fisica) actif; vif
2. (persona) joyeux; d'une gaieté exubérante; vif; plein d'entrain

Ιταλικά → Γερμανικά - brioso

προφορά
adj. sprühend, launig, sprudelnd, zackig, lebhaft, schwungvoll, feurig, spritzig, störrisch

Ισπανικά → Γερμανικά - brioso

προφορά
a. mutig, feurig, schwungvoll, schneidig, schmissig, stürmisch

Ισπανικά → Ρωσικά - brioso

προφορά
adj. бодрый

Ισπανικά → Κορεατικά - brioso

προφορά
adj. 기운찬, 힘찬, 적력적인, 활기찬


© dictionarist.com