Αγγλικά → Ελληνικά - bright

προφορά
επίθ. λαμπρός, ευφυής, λαμπερός

Αγγλικά → Αγγλικά - bright

προφορά
adv. in a bright manner
adj. luminous; shiny; radiant; cheerful; intelligent, clever; clear

Αγγλικά → Γαλλικά - bright

προφορά
adv. brillamment, avec éclat; d'un ton vif, gaiement
adj. brillant, éclatant, lumineux; scintillant; joyeux, gai; énergique, vif, éveillé, intelligent, astucieux; évident

Αγγλικά → Γερμανικά - bright

προφορά
adv. hell, auf eine helle Weise
adj. hell; leuchtend, strahlend; glänzend

Αγγλικά → Ινδονησιακά - bright

προφορά
a. cemerlang, binar, gemilang, gilang-cemerlang, benderang, bersinar, cerah, terang, pandai, cerdas, bijaksana, riang, gembira, ringan

Αγγλικά → Ιταλικά - bright

προφορά
agg. luminoso, splendente, radioso, brillante; pieno di luce, illuminato; vivo, vivace, acceso; limpido, chiaro, trasparente; (fig) glorioso, illustre, splendido; (fig) intelligente, sveglio, perspicace

Αγγλικά → Πολωνικά - bright

προφορά
a. bystry, jasny, świetlisty, błyskotliwy, jaśniejący, jaskrawy, błyszczący, rozjarzony, roziskrzony, rozgarnięty, promienny, intensywny, inteligentny, żywy

Αγγλικά → Πορτογαλικά - bright

προφορά
adv. brilhantemente
adj. brilhante; claro; lúcido; resplandecente; perspicaz

Αγγλικά → Ρουμανικά - bright

προφορά
a. strălucitor, luminos, sclipitor, lucitor, viu, aprins, lucios, limpede, clar, străveziu, inteligent, spiritual, strălucit, deştept, minunat, nemaipomenit, vesel, optimist, vioi, bun, favorabil, prielnic, promiţător, înfocat, învăpăiat

Αγγλικά → Ρωσικά - bright

προφορά
прил. яркий, блестящий; полированный; великолепный; способный, сообразительный; веселый, живой; разбитной

Αγγλικά → Ισπανικά - bright

προφορά
adj. brillante, de apariencia brillante, deslumbrador, luminoso, radiante, reluciente, resplandeciente; claro, lúcido, vívido, vivo; listo, ágil de mente, perspicaz; alegre; lleno de sol, soleado

Αγγλικά → Τουρκικά - bright

προφορά
s. parlak, aydınlık, ışıltılı, neşeli, canlı, şanlı, görkemli, berrak; zeki

Αγγλικά → Ουκρανικά - bright

προφορά
a. яскравий, світлий, сприятливий, райдужний, прозорий, чистий, чудовий, здібний, веселий, тямущий, ясний
adv. блискуче, яскраво

Αγγλικά → Ολλανδικά - bright

προφορά
bn. helder; blinkend; snugger, pienter; stralend

Αγγλικά → Αραβικά - bright

προφορά
‏ساطع، وضاء، ذكي، فاقع، متألق، زاه، بارع، صاف، رائق، باسم، مشرق، مرح، مبتهج، نير، ذو عقل، مشع، لامع، باهي‏
‏على نحو نير‏

Αγγλικά → Κινεζικά - bright

προφορά
(形) 明亮的, 聪明的

Αγγλικά → Κινεζικά - bright

προφορά
(形) 明亮的, 聰明的

Αγγλικά → Χίντι - bright

προφορά
a. चमकदार, स्पष्ट, उज्ज्वल, शुभ्र, सित, उजला, धवल, प्रज्वलित, सुवर्ण, प्रसन्न, अम्लान, मोदित, तीव्रबुद्धि

Αγγλικά → Ιαπωνικά - bright

προφορά
(形) 輝いている; 晴れた; 明るい; 鮮やかな; 利口な
(副) 輝いて

Αγγλικά → Κορεατικά - bright

προφορά
형. 빛나는; 반짝거리는; 명랑한; 영리한; 깨끗한, 밝은

Αγγλικά → Βιετναμικά - bright

προφορά
a. sáng, sáng chói, tươi, tương lai rực rở, hăng hái
adv. sốt sắng


dictionary extension
© dictionarist.com