Αγγλικά → Ελληνικά - bridge

προφορά
ουσ. γέφυρα, γεφύρωμα
ρήμ. γεφυρώνω

Αγγλικά → Αγγλικά - bridge

προφορά
n. raised passage or road; type of card game; structure joining teeth which have a gap between them (Dentistry); upper bony area of a nose; area on a ship from which it is directed
v. span, connect with a bridge
n. bridge, type of card game

Αγγλικά → Γαλλικά - bridge

προφορά
n. pont; passerelle (Nautique); balance (Electricité); chevalet (Billard); dos, arête; arcarde; autel (chaudière), chevalet (violon); bridge, appareil de prothèse dentaire (Odontologie); bridge (jeu de cartes)
v. construire un pont, faire un pont, relier par un pont

Αγγλικά → Γερμανικά - bridge

προφορά
n. Brücke; Bridge (Spiel)
v. überbrücken

Αγγλικά → Ινδονησιακά - bridge

προφορά
n. jembatan, titian, keretek, pegangan untuk gigi palsu, batang, kuda-kuda, bridge
v. memasang jembatan, menjembatani, mempertemukan, menutup

Αγγλικά → Ιταλικά - bridge

προφορά
s. ponte; (Mar) ponte di comando, plancia; passerella, ponticello; dorso nasale, (fam) gobba; cavalletto; raccordo, passaggio di collegamento; (Rad, TV) intermezzo, intervallo
v. fare un ponte su, collegare; (fig) superare, colmare

Αγγλικά → Πολωνικά - bridge

προφορά
n. most, grzbiet, podstawek, podpórka, pomost, mostek, brydż

Αγγλικά → Πορτογαλικά - bridge

προφορά
s. ponte; jogo de cartas, bridge
v. construir pontes

Αγγλικά → Ρουμανικά - bridge

προφορά
n. pod, punte, ponton, covertă {mar.}, pasarelă {mar.}, rădăcina nasului, pilon {muz.}, bridge
v. trece peste

Αγγλικά → Ρωσικά - bridge

προφορά
с. мост, мостик; перемычка; капитанский мостик; переносица; параллельное соединение, шунт; мостиковая связь; шлюз; бридж
г. строить мост, наводить мост, соединять мостом; перекрывать; преодолевать препятствия, выходить из затруднения; шунтировать

Αγγλικά → Ισπανικά - bridge

προφορά
s. puente; puente de mando; cejilla; caballete
v. cruzar, pasar por encima de; tender un puente sobre; zanjar, dirimir, obviar

Αγγλικά → Τουρκικά - bridge

προφορά
f. köprü kurmak, köprü yapmak
i. köprü, briç

Αγγλικά → Ουκρανικά - bridge

προφορά
n. міст, перенісся, перемичка
v. міст: наводити міст, перекривати
a. мостовий

Γαλλικά → Αγγλικά - bridge

προφορά
(m) n. bridge

Γερμανικά → Αγγλικά - bridge

προφορά
n. bridge

Ινδονησιακά → Αγγλικά - bridge

n. bridge

Ιταλικά → Αγγλικά - bridge

προφορά
n. bridge, card game

Ρουμανικά → Αγγλικά - bridge

n. bridge

Ισπανικά → Αγγλικά - bridge

προφορά
n. bridge

Ολλανδικά → Αγγλικά - bridge

προφορά
n. bridge

Αγγλικά → Ολλανδικά - bridge

προφορά
zn. brug; kaartspel "bridge"
ww. verbinden

Γαλλικά → Γερμανικά - bridge

προφορά
n. brücke, bridge

Γαλλικά → Ιταλικά - bridge

προφορά
1. (dentisterie) ponte (m)
2. (jeux - cartes) bridge (m)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - bridge

προφορά
1. (dentisterie) ponte (f)
2. (jeux - cartes) bridge (m)

Γαλλικά → Ρωσικά - bridge

προφορά
n. мост (зубной протез) (m)

Γαλλικά → Ισπανικά - bridge

προφορά
1. (dentisterie) puente (m)
2. (jeux - cartes) bridge (m)

Γερμανικά → Γαλλικά - bridge

προφορά
n. bridge (m)

Γερμανικά → Ιταλικά - bridge

προφορά
n. bridge (m)

Γερμανικά → Ρωσικά - bridge

προφορά
n. бридж (n)

Γερμανικά → Ισπανικά - bridge

προφορά
n. bridge (m)

Γερμανικά → Τουρκικά - bridge

προφορά
i. briç oyunu (n)

Ιταλικά → Γαλλικά - bridge

προφορά
(giochi - carte) bridge (m)

Ιταλικά → Γερμανικά - bridge

προφορά
n. bridge

Πορτογαλικά → Γαλλικά - bridge

προφορά
(jogos - cartas) bridge (m)

Ισπανικά → Γαλλικά - bridge

προφορά
(juegos - naipes) bridge (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - bridge

προφορά
n. bridge

Ολλανδικά → Γαλλικά - bridge

προφορά
(spelen - kaarten) bridge (m)

Γαλλικά → Ολλανδικά - bridge

προφορά
1. (dentisterie) brug (m/f)
2. (jeux - cartes) bridge (n)

Αγγλικά → Αραβικά - bridge

προφορά
‏جسر، بريدج لعبة ورق، شىء كشكل الجسر، جسر النظارتين، مشط العود‏
‏جسر، أقام جسر، نسف جسوره‏

Αγγλικά → Κινεζικά - bridge

προφορά
(名) 桥, 桥梁; 舰桥; 桥楼; 驾驶台#桥牌
(动) 架桥于; 使渡过; 把...连结起来

Αγγλικά → Κινεζικά - bridge

προφορά
(名) 橋, 橋梁; 艦橋; 橋樓; 駕駛台#橋牌
(動) 架橋於; 使渡過; 把...連結起來

Αγγλικά → Χίντι - bridge

προφορά
n. पुल, सेतु
v. पुल बांधना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - bridge

προφορά
(名) 橋; 船橋; 橋に似たもの; ブリッジ
(動) 橋を架ける; 橋渡しをする; 切り抜ける

Αγγλικά → Κορεατικά - bridge

προφορά
명. 다리; 카드놀이의 일종
동. 다리를 놓다

Αγγλικά → Βιετναμικά - bridge

προφορά
n. cầu, sống mũi, lối đánh bài tây ở nga, cầu ngang ống khói tàu
v. bắc cầu, xây cầu

Γερμανικά → Κινεζικά - bridge

προφορά
[das]桥牌。


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: bridging
Present: bridge (3.person: bridges)
Past: bridged
Future: will bridge
Present conditional: would bridge
Present Perfect: have bridged (3.person: has bridged)
Past Perfect: had bridged
Future Perfect: will have bridged
Past conditional: would have bridged
© dictionarist.com