Αγγλικά → Ελληνικά - breathing

προφορά
ουσ. αναπνοή, ανάσα

Αγγλικά → Αγγλικά - breathing

προφορά
n. respiration, inhaling and exhaling

Αγγλικά → Γαλλικά - breathing

προφορά
n. respiration; souffle; aspiration (son)

Αγγλικά → Γερμανικά - breathing

προφορά
[breathe] v. atmen, schnaufen; flüstern; einhauchen
n. Atmen, Atmung

Αγγλικά → Ινδονησιακά - breathing

προφορά
n. pernafasan

Αγγλικά → Ιταλικά - breathing

προφορά
s. respirazione; respiro; (Ling) aspirazione

Αγγλικά → Πολωνικά - breathing

προφορά
n. dech
a. żywy, tchnący życiem, oddechowy

Αγγλικά → Πορτογαλικά - breathing

προφορά
s. respiração

Αγγλικά → Ρουμανικά - breathing

προφορά
n. respiraţie, răsuflare, dorinţă tainică, suflare, adiere, abur, briză
a. respira: care respiră, respirator, viu

Αγγλικά → Ρωσικά - breathing

προφορά
с. дыхание, легкое дуновение, придыхание

Αγγλικά → Ισπανικά - breathing

προφορά
s. respiración, respiro

Αγγλικά → Τουρκικά - breathing

προφορά
i. nefes alma, soluk; soluma, bir nefeslik süre

Αγγλικά → Ουκρανικά - breathing

προφορά
n. дихання, подих, подув, пахощі, момент

Αγγλικά → Ολλανδικά - breathing

προφορά
zn. ademhaling

Αγγλικά → Αραβικά - breathing

προφορά
‏تنفس، لحظة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - breathing

προφορά
(名) 呼吸; 微风; 瞬间

Αγγλικά → Κινεζικά - breathing

προφορά
(名) 呼吸; 微風; 瞬間

Αγγλικά → Χίντι - breathing

προφορά
n. सांस लेना, श्वसन, श्वास
a. साँस लेने का

Αγγλικά → Ιαπωνικά - breathing

προφορά
(名) 呼吸; 息つく間; 休息
(動) 呼吸する; 吸う; 口に出す; 囁く; 一休みする; 吹く

Αγγλικά → Κορεατικά - breathing

προφορά
명. 호흡

Αγγλικά → Βιετναμικά - breathing

προφορά
n. sự thở, sự hô hấp
a. có vẻ linh hoạt


dictionary extension
© dictionarist.com