Αγγλικά → Ελληνικά - bread

προφορά
ουσ. άρτος, ψωμί

Αγγλικά → Αγγλικά - bread

προφορά
v. coat in bread crumbs
n. type of food made from baked wheat; money (Slang)
v. abuse, injure, harm, mistreat; tease, taunt, mock

Αγγλικά → Γαλλικά - bread

προφορά
v. paner
n. pain, aliment obtenu par cuisson à base de farine, type de nourriture; argent, fric (Argot)

Αγγλικά → Γερμανικά - bread

προφορά
v. mit Brotkrümmel bedecken
n. Brot, Essen; Geld

Αγγλικά → Ινδονησιακά - bread

προφορά
n. roti, makanan
v. memasak dgn canpuran roti

Αγγλικά → Ιταλικά - bread

προφορά
v. (Gastr) impanare
s. pane; cibo; vita; ostia; (sl) soldi, (gerg) grana

Αγγλικά → Πολωνικά - bread

προφορά
n. chleb, pieczywo

Αγγλικά → Πορτογαλικά - bread

προφορά
v. empanar, preparar à milanesa
s. pão; refeição; dinheiro

Αγγλικά → Ρουμανικά - bread

προφορά
n. pâine, hrană, mâncare
v. plodi

Αγγλικά → Ρωσικά - bread

προφορά
г. обваливать в сухарях, панировать
с. хлеб, кусок хлеба, пища, средства к существованию, деньги

Αγγλικά → Ισπανικά - bread

προφορά
v. empanizar, empanar
s. pan

Αγγλικά → Τουρκικά - bread

προφορά
f. pane etmek
i. ekmek, mangır; geçim, para,

Αγγλικά → Ουκρανικά - bread

προφορά
n. хліб, папа
v. панірувати, обкачувати в сухарях
a. хлібний

Ισπανικά → Αγγλικά - bread

προφορά
[brear] v. abuse, injure, harm, mistreat; tease, taunt, mock

Αγγλικά → Ολλανδικά - bread

προφορά
ww. paneren
zn. brood; geld

Αγγλικά → Αραβικά - bread

προφορά
‏خبز، قوت، رزق، خبز القربان، كسرة خبز‏
‏ساعد بكسرة الخبز‏

Αγγλικά → Κινεζικά - bread

προφορά
(动) 裹以面包屑
(名) 面包; 生计

Αγγλικά → Κινεζικά - bread

προφορά
(動) 裹以麵包屑
(名) 麵包; 生計

Αγγλικά → Χίντι - bread

προφορά
n. रोटी, आहार, जीविका, ब्रेद
v. कमाना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - bread

προφορά
(名) パン; 食物; 生命の糧; 金(俗語)
(動) パン粉をまぶす; パンを与える

Αγγλικά → Κορεατικά - bread

προφορά
동. ...에 빵가루를 묻히다
명. 빵;생계, 돈( 속어)

Αγγλικά → Βιετναμικά - bread

προφορά
n. bánh mì, sống đạm bạc
v. làm bánh mì


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: breading
Present: bread (3.person: breads)
Past: breaded
Future: will bread
Present conditional: would bread
Present Perfect: have breaded (3.person: has breaded)
Past Perfect: had breaded
Future Perfect: will have breaded
Past conditional: would have breaded
© dictionarist.com