Αγγλικά → Ελληνικά - breach

προφορά
ουσ. ρήγμα, αθέτηση, θραύση, ρήξη, παράβαση νόμου
ρήμ. διαρρηγνύω

Αγγλικά → Αγγλικά - breach

προφορά
n. violation, infringement; crack, gap
v. break through, burst into

Αγγλικά → Γαλλικά - breach

προφορά
n. infraction, contravention; violation (loi); manquement (au devoir) rupture (contrat); brouille, rupture (amis); trou, brèche
v. ouvrir une brèche; battre en brèche; percer (les lignes ennemies) (Militaire)

Αγγλικά → Γερμανικά - breach

προφορά
n. Bruch; Vertragsbruch
v. Bresche schlagen, durchbrechen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - breach

προφορά
n. bobos, penembusan, penerobosan, pelanggaran, pemutusan
v. menerobos

Αγγλικά → Ιταλικά - breach

προφορά
s. rottura; breccia, squarcio; varco, buco; (fig) violazione, abuso; (fig) frattura, incrinatura
v. aprire una breccia in; (Mil) aprire un varco in

Αγγλικά → Πολωνικά - breach

προφορά
n. naruszenie prawa, rozbrat, wyłom, wyrwa, przewalanie się fal przez statek, skok wieloryba w powietrze

Αγγλικά → Πορτογαλικά - breach

προφορά
s. brecha; quebra, ruptura, violação
v. abrir uma brecha; romper, quebrar, violar; irromper

Αγγλικά → Ρουμανικά - breach

προφορά
n. spărtură, deschizătură, breşă, ruptură, încălcare a unui angajament, infracţiune, întrerupere, strungă, crăpătură, rupere a relaţiilor, scandal, săritură din apă, izbire a unui val, hernie {med.}
v. deschide o breşă în, sări din apă

Αγγλικά → Ρωσικά - breach

προφορά
с. пролом, отверстие, брешь, интервал; разрыв отношений, разрыв, ссора; нарушение; волны
г. пробивать брешь, проламывать, нарушать, выскочить из воды

Αγγλικά → Ισπανικά - breach

προφορά
s. brecha, desfase; fisura, fractura, grieta, rotura, ruptura; abertura, boquete, hendedura, hendidura, trecho abierto, zanja; infracción, violación
v. abrir brecha en, traspasar, zanjar; contravenir, traspasar ilegalmente, violar; escindir, aportillar

Αγγλικά → Τουρκικά - breach

προφορά
f. gedik açmak, yarmak, kırmak
i. ihlal, uymama, çiğneme, bozulma, bozma (anlaşmayı); gedik, yarık, dalgaların sahile vurup kırılması

Αγγλικά → Ουκρανικά - breach

προφορά
n. пролом, отвір, розрив, незгода, порушення, інтервал, вилім, злам, недотягнення, пробоїна
v. пробивати пролом, прохід: робити прохід

Αγγλικά → Ολλανδικά - breach

προφορά
zn. (in)breuk; schending
ww. breuk

Αγγλικά → Αραβικά - breach

προφορά
‏فتحة، ثغرة في القانون، خرق، صدع، إنقطاع في العلا قات الودية، وثبة الحوت في الماء، مخالفة، فجوة‏
‏خرق، حدث صدعا، كسر‏

Αγγλικά → Κινεζικά - breach

προφορά
(名) 破坏, 违反; 破裂; 侵害; 裂痕
(动) 破坏, 违反; 冲破, 突破; 侵害; 撕裂; 跳出水面

Αγγλικά → Κινεζικά - breach

προφορά
(名) 破壞, 違反; 破裂; 侵害; 裂痕
(動) 破壞, 違反; 衝破, 突破; 侵害; 撕裂; 跳出水面

Αγγλικά → Χίντι - breach

προφορά
n. विच्छेद, दरार, भंजन, उल्लंघन

Αγγλικά → Ιαπωνικά - breach

προφορά
(名) 違反; 裂け目; 突破口
(動) 破る; 突破口を作る

Αγγλικά → Κορεατικά - breach

προφορά
명. 위반, 어기기; 갈라진 틈

Αγγλικά → Βιετναμικά - breach

προφορά
n. sóng đánh to, phạm phép, sự bất tuân kỷ luật, mối bất hòa
v. phá lủng


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: breaching
Present: breach (3.person: breaches)
Past: breached
Future: will breach
Present conditional: would breach
Present Perfect: have breached (3.person: has breached)
Past Perfect: had breached
Future Perfect: will have breached
Past conditional: would have breached
© dictionarist.com