Αγγλικά → Ελληνικά - brawny

προφορά
επίθ. ρωμαλέος, μυώδης

Αγγλικά → Αγγλικά - brawny

προφορά
adj. muscular, powerful, sturdy

Αγγλικά → Γαλλικά - brawny

προφορά
adj. costaud; musculeux; musclé, bien bâti; puissant

Αγγλικά → Γερμανικά - brawny

προφορά
adj. muskulös, kräftig, stämmig

Αγγλικά → Ινδονησιακά - brawny

προφορά
a. kuat, berotot, gagah

Αγγλικά → Ιταλικά - brawny

προφορά
agg. muscoloso; gonfio e indurito

Αγγλικά → Πολωνικά - brawny

προφορά
a. muskularny, krzepki

Αγγλικά → Πορτογαλικά - brawny

προφορά
adj. musculoso, forte

Αγγλικά → Ρουμανικά - brawny

προφορά
a. musculos

Αγγλικά → Ρωσικά - brawny

προφορά
прил. мускулистый, сильный

Αγγλικά → Ισπανικά - brawny

προφορά
adj. forzudo, fornido, musculoso

Αγγλικά → Τουρκικά - brawny

προφορά
s. kaslı, güçlü

Αγγλικά → Ουκρανικά - brawny

προφορά
a. мускулястий, затверділий

Αγγλικά → Ολλανδικά - brawny

προφορά
bn. sterk, gespierd

Αγγλικά → Αραβικά - brawny

προφορά
‏قوي، مفتول العضل‏

Αγγλικά → Κινεζικά - brawny

προφορά
(形) 肌肉结实的; 顽强的

Αγγλικά → Κινεζικά - brawny

προφορά
(形) 肌肉結實的; 頑強的

Αγγλικά → Χίντι - brawny

προφορά
a. मांसल

Αγγλικά → Ιαπωνικά - brawny

προφορά
(形) 筋骨たくましい

Αγγλικά → Κορεατικά - brawny

προφορά
형. 근골이 억센

Αγγλικά → Βιετναμικά - brawny

προφορά
a. có bắp thịt, có sức mạnh


dictionary extension
© dictionarist.com