Αγγλικά → Ελληνικά - boring

προφορά
επίθ. ανιαρός, οχληρός

Αγγλικά → Αγγλικά - boring

προφορά
adj. not interesting, dull
n. boring, drilling, act of boring a hole

Αγγλικά → Γαλλικά - boring

προφορά
adj. ennuyeux, barbant, inintéressant

Αγγλικά → Γερμανικά - boring

προφορά
[bore] v. ein Loch bohren; weiterkommen; sich langweiligen
adj. langweilig

Αγγλικά → Ινδονησιακά - boring

προφορά
n. pemboran
a. menjemukan, membosankan, bosan, jemu

Αγγλικά → Ιταλικά - boring

προφορά
agg. noioso, tedioso, pesante, monotono

Αγγλικά → Πολωνικά - boring

προφορά
a. nudny, piłowaty, wiertniczy

Αγγλικά → Πορτογαλικά - boring

προφορά
adj. chato, intedioso

Αγγλικά → Ρουμανικά - boring

προφορά
n. foraj, sfredelire, sondaj
a. plicticos, plictisitor, sfredelitor

Αγγλικά → Ρωσικά - boring

προφορά
прил. случный, надоедливый, бурильный, сверлящий, буровой,

Αγγλικά → Ισπανικά - boring

προφορά
adj. aburrido, cargante, fastidioso, latoso, monótono, pelmazo, pesado, que hace aburrir, soso; de perforar, horadador, taladrador

Αγγλικά → Τουρκικά - boring

προφορά
i. delme
s. sıkıcı, can sıkıcı

Αγγλικά → Ουκρανικά - boring

προφορά
n. свердління, буріння, отвір, буровий: бурові роботи
a. свердлячий, надокучливий, буровий, набридливий, нав'язливий, навісний, навратливий, назолистий, настирливий, нудний, обридлий, свердлувальний

Ολλανδικά → Αγγλικά - boring

προφορά
n. boring, drilling, act of boring a hole

Αγγλικά → Ολλανδικά - boring

προφορά
bn. saai, vervelend

Αγγλικά → Αραβικά - boring

προφορά
‏ممل، مضجر، ثاقب، المثقب بمثقب، ثقيل، بارد‏

Αγγλικά → Κινεζικά - boring

προφορά
(形) 烦人的, 无趣的, 无聊的

Αγγλικά → Κινεζικά - boring

προφορά
(形) 煩人的, 無趣的, 無聊的

Αγγλικά → Χίντι - boring

προφορά
n. बरमाना, बोरिंग
a. बरमानेवाला

Αγγλικά → Ιαπωνικά - boring

προφορά
(形) 退屈な; つまらない
(動) あける; 穴をあける; 押し分けて進む; うんざりさせる

Αγγλικά → Κορεατικά - boring

προφορά
형. 지루한, 따분한

Αγγλικά → Βιετναμικά - boring

προφορά
a. làm phiền, làm buồn, quấy rầy, chán nản, bực dọc, khó chịu, hơi buồn


dictionary extension
© dictionarist.com