Αγγλικά → Ελληνικά - boom

προφορά
ουσ. αλυσίδα, βόμβος, κεραία, λιμενοφράγμα, υπερτίμηση
ρήμ. βοώ, βομβώ, προάγω

Αγγλικά → Αγγλικά - boom

προφορά
n. noise, din; rapid prosperity; shaft of a microphone; horizontal mast of a sailing ship
v. thunder; make noise
n. boom, rapid prosperity

Αγγλικά → Γαλλικά - boom

προφορά
n. mugissement; grondement; retentissement, bruit; bourdonnement; boum économique, boom, vague de prospérité, essor (Commerce-Finance); perche (microphone); barrage flottant; barre; estacade; bout-dehors (foc) (Navigation); gui (Nautique); mât de charge (navire), corne de charge
v. retentir, gronder, mugir; tonner; ronfler; faire du bruit; être en hausse, être en plein essor

Αγγλικά → Γερμανικά - boom

προφορά
n. Lärm, Krach; Sperre, Schranke
v. lärmen, Krach machen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - boom

προφορά
n. ledakan, dentuman, guruh, guruh-gemuruh, degum, kerdam, bom, perintang pelabuhan, perkembangan perdagangan dgn pesat, laku: hal sangat laku, tangan-tangan, tiang
v. bergemuruh, mengguntur, mengguruh, mendengung, menggunturkan, menganjurkan, mengiklankan, mengusulkan, berhasil

Αγγλικά → Ιταλικά - boom

προφορά
s. (Mar) boma, asta; braccio; (Cin, TV) giraffa, asta portamicrofono; barriera, sbarramento; sbarramento di tronchi; (Mar; mil) cavo di sbarramento
v. tendere

Αγγλικά → Πολωνικά - boom

προφορά
n. bariera, wysięgnik, wysięgnica, zastrzał, podłużnica, huk, pohukiwanie, grzmot, łoskot, buczenie, bum, gik, ryk, ożywienie {handl.}, hossa
v. pohukiwać, huczeć, grzmieć, zagrzmieć, buczeć, zabuczeć, grzmotnąć, łoskotać, ryczeć, runąć, walić, zwyżkować, huknąć, ryknąć, walnąć

Αγγλικά → Πορτογαλικά - boom

προφορά
s. barulho; bom; barragem; retranca; pau de carga
v. roncar; rugir; favorecer; fomentar

Αγγλικά → Ρουμανικά - boom

προφορά
n. bubuit, reclamă zgomotoasă, vâlvă, senzaţie, perioadă de avânt, prosperitate, estacadă {nav.}
v. bubui, vui, face reclamă pentru, deveni cunoscut, înflori, prospera

Αγγλικά → Ρωσικά - boom

προφορά
с. гул, рокот, гудение, жужжание, бум; подъем деловой активности, внезапный успех в делах; шумиха, шумная реклама, ажиотаж; стрела, вылет, укосина; плавучий бон; заграждение, пояс; лонжерон хвостовой фермы; микрофонный журавль
г. гудеть, греметь, жужжать, производить шум; быстро расти, становиться известным, создавать шумиху, производить сенсацию; рекламировать, шумно рекламировать

Αγγλικά → Ισπανικά - boom

προφορά
s. sonido fuerte, como el del trueno, del cañón, de un avión supersónico, de un estampido o explosión, retumbo, tronido;auge, alza rápida, auge económico, bonanza, gran éxito, prosperidad
v. entrar en auge, estar en auge, estar en bonanza, prosperar muchísimo; resonar, retumbar, rimbombar, tronar

Αγγλικά → Τουρκικά - boom

προφορά
f. gümlemek, gürlemek, gümbürdemek; uğuldamak; gelişmek; fırlamak, çıkış yapmak; geliştirmek; artırmak
i. patlama sesi, patlama, bumba, derinden gelen ses; çıkış; canlanma, ani artış; vinç kolu, kamera kolu; yüzer kütüklerden oluşan engel, uğultu, seren,
ünl. güm

Αγγλικά → Ουκρανικά - boom

προφορά
n. гул, гудіння, рокіт, дзижчання, бум, галас
v. гуркотіти, рокотати, дзижчати, галасувати, рекламувати, гудіти, нагудіти

Γαλλικά → Αγγλικά - boom

προφορά
(m) n. boom, bandwagon

Γερμανικά → Αγγλικά - boom

προφορά
v. thunder; make noise

Ιταλικά → Αγγλικά - boom

προφορά
n. boom, rapid prosperity

Ολλανδικά → Αγγλικά - boom

προφορά
n. tree, arbour ibrit., arbor, boom, sdar

Αγγλικά → Ολλανδικά - boom

προφορά
zn. lawaai, boem; gedreun; (haven)boom; arm van pickup
ww. dreunen; donderen

Γαλλικά → Γερμανικά - boom

προφορά
n. boom

Γαλλικά → Ιταλικά - boom

προφορά
(économie) boom {invariable}; rapido aumento

Γαλλικά → Πορτογαλικά - boom

προφορά
(économie) boom econômico; tempo (m) {informal} de vacas gordas

Γαλλικά → Ρωσικά - boom

προφορά
n. бум (m)

Γαλλικά → Ισπανικά - boom

προφορά
(économie) boom (m); auge (m); rápido incremento (m)

Γαλλικά → Τουρκικά - boom

προφορά
[le] atılım

Γερμανικά → Γαλλικά - boom

προφορά
n. envolée des valeurs (f), boom (m)

Γερμανικά → Ιταλικά - boom

προφορά
n. boom (m)

Γερμανικά → Ρωσικά - boom

προφορά
n. бум (m), оживление (m), подъем (m), ажиотаж (m), шумная реклама (m)

Γερμανικά → Ισπανικά - boom

προφορά
n. boom (m)

Γερμανικά → Τουρκικά - boom

προφορά
i. canlılık (m)

Ιταλικά → Γαλλικά - boom

προφορά
(economia) boom (m); hausse (f)

Ιταλικά → Γερμανικά - boom

προφορά
n. boom

Ισπανικά → Γαλλικά - boom

προφορά
(economía) boom (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - boom

προφορά
n. boom, hochkonjunktur

Ολλανδικά → Γαλλικά - boom

προφορά
(plantkunde) arbre (m)

Γαλλικά → Ολλανδικά - boom

προφορά
(économie) bloei (m); hausse (f); hoogconjunctuur (f)

Αγγλικά → Αραβικά - boom

προφορά
‏ذراع التطويل، هدير، إزدهار، ميكروفون، ذراع المرفاع، سلسلة حديدية، مرشد الطائرة، إتساع‏
‏أعلن بدوى، هدر، دوى، إزدهر، إندفع بدوى، طن، أز، روج لقضية‏

Αγγλικά → Κινεζικά - boom

προφορά
(名) 隆隆声; 嗡嗡声; 澎湃声; 景气, 繁荣#吊杆; 栅栏, 横江铁索, 栏木或横江铁索; 帆的下桁, 帆杠; 臂
(动) 发出隆隆声; 激增, 暴涨; 声音隆隆而过; 迅速发展, 兴旺; 用隆隆声表达; 使兴旺; 使迅速发展; 使出名

Αγγλικά → Κινεζικά - boom

προφορά
(名) 隆隆聲; 嗡嗡聲; 澎湃聲; 景氣, 繁榮#吊桿; 柵欄, 橫江鐵索, 欄木或橫江鐵索; 帆的下桁, 帆杠; 臂
(動) 發出隆隆聲; 激增, 暴漲; 聲音隆隆而過; 迅速發展, 興旺; 用隆隆聲表達; 使興旺; 使迅速發展; 使出名

Αγγλικά → Χίντι - boom

προφορά
n. शोर, धूम, कोलाहल
v. शोर मचाना, धूम मचाना, कोलाहल करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - boom

προφορά
(動) とどろく; ブーンという; にわかに景気づく; 急騰する
(名) とどろき; うなり; にわか景気; 急騰; ブーム; 腕

Αγγλικά → Κορεατικά - boom

προφορά
명. 쿵하고 울리는 소리; 재빠른 성공; 마이크의 가동 걸침대; 돛자락을 펴는데 쓰는 긴 원재
동. 천둥소리치다; 쿵하고 큰소리를 내다

Αγγλικά → Βιετναμικά - boom

προφορά
n. tiếng động, tiếng ầm ầm, tiếng đùng đùng, tiếng vo vo, sự tăng lên, sự vọt lên, sự phát đạt, khoe khoan
v. nổ đùng đùng, gào thét, rít lên, vỗ ầm ầm, kêu vo vo, làm quảng cáo

Γερμανικά → Κινεζικά - boom

προφορά
[der] pl.Booms 繁荣。好年景。


Χρονοι ρηματων

Present participle: booming
Present: boom (3.person: booms)
Past: boomed
Future: will boom
Present conditional: would boom
Present Perfect: have boomed (3.person: has boomed)
Past Perfect: had boomed
Future Perfect: will have boomed
Past conditional: would have boomed
© dictionarist.com