Αγγλικά → Ελληνικά - bold

προφορά
επίθ. τολμηρός, θρασύς

Αγγλικά → Αγγλικά - bold

προφορά
n. (Computers, Printing) thick heavy print used for emphasis; font or type style with thick strokes
adj. brave, courageous, daring; forward, blunt; rude; in boldface

Αγγλικά → Γαλλικά - bold

προφορά
adj. audacieux, courageux, téméraire; brave; assuré, confiant (ton); impudent, effronté; en avant, frontal; grossier, rude, brut

Αγγλικά → Γερμανικά - bold

προφορά
adj. kühn, mutig, ausdrucksvoll, hervortretend; fett

Αγγλικά → Ινδονησιακά - bold

προφορά
a. berani, gagah, bahadur, tahu malu: yg tdk tahu malu, percaya pd diri sendiri: yg terlalu percaya pd diri sendiri, jelas, tegas, curam

Αγγλικά → Ιταλικά - bold

προφορά
agg. baldo, baldanzoso, ardito, spavaldo; audace, coraggioso; impudente, sfacciato, sfrontato; libero, franco; saliente, marcato; a picco, a perpendicolo; (Tip) stampato in neretto

Αγγλικά → Πολωνικά - bold

προφορά
a. śmiały, zuchwały, łobuzerski, odważny, stromy, wyraźny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - bold

προφορά
adj. destemido, arrojado, corajoso, ousado

Αγγλικά → Ρουμανικά - bold

προφορά
a. îndrăzneţ, curajos, cutezător, neînfricat, viteaz, brav, obraznic, neruşinat, neobrăzat, abrupt, făţiş, apăsat, reliefat

Αγγλικά → Ρωσικά - bold

προφορά
прил. храбрый, самоуверенный, наглый, дерзкий; отчетливый, жирный шрифт, подчеркнутый; обрывистый, крутой

Αγγλικά → Ισπανικά - bold

προφορά
adj. atrevido, ardido, arriscado, arrojado, audaz, barbián, denodado, intrépido, osado, temerario; remarcado, prominente, pronunciado

Αγγλικά → Τουρκικά - bold

προφορά
s. cesur, gözüpek, cüretli, atılgan, cesaret isteyen; küstah, arsız, utanmaz, göze çarpan, koyu renk yazılmış; dik

Αγγλικά → Ουκρανικά - bold

προφορά
a. хоробрий, зухвалий, самовпевнений, відважний, виразний, потужний, доблесний, молодецький, напрасний, сміливий, хвиський

Ρουμανικά → Αγγλικά - bold

n. pin, sting

Αγγλικά → Ολλανδικά - bold

προφορά
bn. stoutmoedig; vrijpostig, brutaal

Αγγλικά → Αραβικά - bold

προφορά
‏جرىء، مقدام، وقح، واضح، جسور، شديد التحدر، منضد‏

Αγγλικά → Κινεζικά - bold

προφορά
(形) 大胆的, 引人注目的, 无耻的

Αγγλικά → Κινεζικά - bold

προφορά
(形) 大膽的, 引人注目的, 無恥的

Αγγλικά → Χίντι - bold

προφορά
a. साहसी, साहसिक, निडर, महावीर, धृष्ट, मोटा

Αγγλικά → Ιαπωνικά - bold

προφορά
(形) 大胆な; ずうずうしい; 際だった; 自由な; 派手な

Αγγλικά → Κορεατικά - bold

προφορά
형. 대담한; 뻔뻔스러운; 무딘

Αγγλικά → Βιετναμικά - bold

προφορά
n. liều lỉnh
a. can đảm, dũng cảm, bạo dạng, quả quyết, trơ tráo


dictionary extension
© dictionarist.com