Αγγλικά → Ελληνικά - biting

προφορά
επίθ. δηκτικός, δριμύς
ουσ. δάγκωμα

Αγγλικά → Αγγλικά - biting

προφορά
adj. sharp, stinging; sarcastic
n. nipping, nibbling; gnawing; morsel, small bit of food

Αγγλικά → Γαλλικά - biting

προφορά
adj. cuisant; âpre, perçant; cinglant, piquant; acéré; mordant, caustique (style); amer
n. morsure; morceau; bout (un petit peu); bouchée

Αγγλικά → Γερμανικά - biting

προφορά
[bite] v. zubeißen; beißen; brennen
adj. beißend, stechend
n. Biß; Stückchen, Stück

Αγγλικά → Ινδονησιακά - biting

προφορά
a. menusuk: yg menusuk, bersanding

Αγγλικά → Ιταλικά - biting

προφορά
agg. pungente, tagliente, acuto; (fig) mordace, sarcastico, caustico
s. morso

Αγγλικά → Πολωνικά - biting

προφορά
a. gryzący, żrący, szczypiący, zgryźliwy, kąśliwy, uszczypliwy, przejmujący, zjadliwy, żółciowy

Αγγλικά → Πορτογαλικά - biting

προφορά
adj. perspicaz, picante, mordente, aguçado, sarcástico
s. mordida; corte

Αγγλικά → Ρουμανικά - biting

προφορά
a. muşcător, ascuţit, usturător, biciuitor, caustic, tăios, corosiv, ghimpos {fig.}, incisiv, înţepător, acerb, aspru, puternic, sarcastic, săgetător

Αγγλικά → Ρωσικά - biting

προφορά
прил. острый, едкий, резкий, язвительный, хлесткий
с. покусывание; кусочек

Αγγλικά → Ισπανικά - biting

προφορά
adj. corrosivo, acerado, acerbo, ácido, acre, que causa corrosión; mordaz, hiriente, sarcástico, sardónico, zahiriente
s. mordedura, tarascada; roedura

Αγγλικά → Τουρκικά - biting

προφορά
s. acı; keskin, dokunaklı, alaylı, iğneleyici
i. ısırma, sokma

Αγγλικά → Ουκρανικά - biting

προφορά
a. гострий, уразливий, уїдливий, їдкий, кусливий

Αγγλικά → Ολλανδικά - biting

προφορά
bn. scherp; scherpzinnig
zn. beet, hap

Αγγλικά → Αραβικά - biting

προφορά
‏قضم، عاض، لدغ، لسع‏
‏لاذع، قارص، حاد، شديد، ساخر‏

Αγγλικά → Κινεζικά - biting

προφορά
(形) 尖锐刺人的; 辛辣的; 刺痛的; 嘲讽的

Αγγλικά → Κινεζικά - biting

προφορά
(形) 尖銳刺人的; 辛辣的; 刺痛的; 嘲諷的

Αγγλικά → Ιαπωνικά - biting

προφορά
(形) 身を切るような; 鋭い
(名) 挟むこと; かじること; かむこと; 一切れ
(動) 噛む; 噛んで作る; 刺す; 食う; えさに食いつく

Αγγλικά → Κορεατικά - biting

προφορά
형. 물어뜯는, 날카로운; 통렬한
명. 물기, 깨물기, 물어뜯기

Αγγλικά → Βιετναμικά - biting

προφορά
n. sự đắng, không đội trời chung, chua chát, gay gắt


dictionary extension
© dictionarist.com