Αγγλικά → Ελληνικά - bigotry

προφορά
ουσ. αδιαλλαξία, θρησκοληψία

Αγγλικά → Αγγλικά - bigotry

προφορά
n. intolerance of differing ideas and beliefs, prejudice

Αγγλικά → Γαλλικά - bigotry

προφορά
n. bigoterie

Αγγλικά → Γερμανικά - bigotry

προφορά
n. Bornierheit, Bigotterie, Fanatismus

Αγγλικά → Ινδονησιακά - bigotry

προφορά
n. kefanatikan, keras: sikap keras dlm memegang pendirian

Αγγλικά → Ιταλικά - bigotry

προφορά
s. fanatismo, settarismo, intolleranza; bigotteria

Αγγλικά → Πολωνικά - bigotry

προφορά
n. bigoteria, fanatyzm, zajadłość, dewocja

Αγγλικά → Πορτογαλικά - bigotry

προφορά
s. inveja cega

Αγγλικά → Ρουμανικά - bigotry

προφορά
n. bigotism, habotnicie

Αγγλικά → Ρωσικά - bigotry

προφορά
с. слепая приверженность, фанатизм

Αγγλικά → Ισπανικά - bigotry

προφορά
s. intolerancia, fanatismo

Αγγλικά → Τουρκικά - bigotry

προφορά
i. bağnazlık, yobazlık

Αγγλικά → Ουκρανικά - bigotry

προφορά
n. фанатизм, прихильність: сліпа прихильність

Αγγλικά → Ολλανδικά - bigotry

προφορά
zn. blinde dweepzucht

Αγγλικά → Αραβικά - bigotry

προφορά
‏تعصب أعمى، تعصب بدون وعي‏

Αγγλικά → Κινεζικά - bigotry

προφορά
(名) 盲从; 偏执, 顽固

Αγγλικά → Κινεζικά - bigotry

προφορά
(名) 盲從; 偏執, 頑固

Αγγλικά → Χίντι - bigotry

προφορά
n. कट्टरता, धर्माधता

Αγγλικά → Ιαπωνικά - bigotry

προφορά
(名) 頑固さ; 偏屈

Αγγλικά → Κορεατικά - bigotry

προφορά
명. 편협한 신앙

Αγγλικά → Βιετναμικά - bigotry

προφορά
n. tin đồn nhảm, sự cuồng tin, sự nhiệt tin


© dictionarist.com