Γαλλικά → Αγγλικά - bienfaisance

προφορά
(f) n. beneficence, benevolence, bounty, well doing

Γαλλικά → Γερμανικά - bienfaisance

προφορά
n. wohltätigkeit

Γαλλικά → Ιταλικά - bienfaisance

προφορά
(charité) carità {invariable}; beneficenza (f)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - bienfaisance

προφορά
(charité) caridade (f); beneficência (f)

Γαλλικά → Ρωσικά - bienfaisance

προφορά
n. благотворительность (f)

Γαλλικά → Ισπανικά - bienfaisance

προφορά
(charité) beneficencia (f); caridad (f)

Γαλλικά → Τουρκικά - bienfaisance

προφορά
[la] yardımseverlik, hayırseverlik

Γαλλικά → Ολλανδικά - bienfaisance

προφορά
(charité) liefdadigheid (f); weldadigheid (f)


dictionary extension
© dictionarist.com