Αγγλικά → Ελληνικά - beneficial

προφορά
επίθ. ευεργετικός

Αγγλικά → Αγγλικά - beneficial

προφορά
adj. advantageous; pleasurable, enjoyable
adj. advantageous, profitable; pertaining to ecclesiastical beneficies
adj. beneficial, advantageous; pleasurable, enjoyable

Αγγλικά → Γαλλικά - beneficial

προφορά
adj. bénéfique; salutaire; bienfaisant; avantageux; agréable, plaisant; usufruitier

Αγγλικά → Γερμανικά - beneficial

προφορά
adj. nützlich, vorteilhaft; erfreuend

Αγγλικά → Ινδονησιακά - beneficial

προφορά
a. bermanfaat, berguna, berfaedah

Αγγλικά → Ιταλικά - beneficial

προφορά
agg. che fa bene, che reca giovamento, giovevole; (Dir) che gode i frutti di una proprietà

Αγγλικά → Πολωνικά - beneficial

προφορά
a. korzystny, dobroczynny, zbawienny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - beneficial

προφορά
adj. benéfico; útil; proveitoso

Αγγλικά → Ρουμανικά - beneficial

προφορά
a. binefăcător, bun, folositor

Αγγλικά → Ρωσικά - beneficial

προφορά
прил. благотворный, целительный, выгодный, полезный, благодатный

Αγγλικά → Ισπανικά - beneficial

προφορά
adj. beneficioso, benefactor, beneficial, benéfico, bienhechor, conveniente, propicio, provechoso, ventajoso

Αγγλικά → Τουρκικά - beneficial

προφορά
s. yararlı, hayırlı, faydalı; kârlı, kazançlı; mülkten yararlanma hakkıyla ilgili (hukuk),

Αγγλικά → Ουκρανικά - beneficial

προφορά
a. корисний, цілющий, вигідний

Πορτογαλικά → Αγγλικά - beneficial

προφορά
adj. beneficial, advantageous; pleasurable, enjoyable

Ισπανικά → Αγγλικά - beneficial

προφορά
adj. advantageous, profitable; pertaining to ecclesiastical beneficies

Αγγλικά → Ολλανδικά - beneficial

προφορά
bn. heilzaam; voordelig

Αγγλικά → Αραβικά - beneficial

προφορά
‏مفيد، نافع، مستفيد، صاحب إستفادة، مساعد‏

Αγγλικά → Κινεζικά - beneficial

προφορά
(形) 有益的; 有帮助的; 有利的; 有权益的

Αγγλικά → Κινεζικά - beneficial

προφορά
(形) 有益的; 有幫助的; 有利的; 有權益的

Αγγλικά → Χίντι - beneficial

προφορά
a. लाभदायी, लाभकारक

Αγγλικά → Ιαπωνικά - beneficial

προφορά
(形) 有益な

Αγγλικά → Κορεατικά - beneficial

προφορά
형. 유익한, 이익이 나는; 기뻐할 만한

Αγγλικά → Βιετναμικά - beneficial

προφορά
a. có lợi, có ích lợi, hưởng quyền lợi


dictionary extension
© dictionarist.com