Αγγλικά → Ελληνικά - belong

προφορά
ρήμ. ανήκω, είμαι κάτοικος χώρας, ταιριάζω, αρμόζω

Αγγλικά → Αγγλικά - belong

προφορά
v. be a part of; fit, suit

Αγγλικά → Γαλλικά - belong

προφορά
v. appartenir; convenir à; adapter à; être propre à; faire partie de

Αγγλικά → Γερμανικά - belong

προφορά
v. zugehören

Αγγλικά → Ινδονησιακά - belong

προφορά
v. kepunyaan, termasuk, tergolong

Αγγλικά → Ιταλικά - belong

προφορά
v. appartenere, essere; fare parte; andare, avere il posto

Αγγλικά → Πολωνικά - belong

προφορά
v. należeć, właściwy: być właściwym dla kogoś lub czegoś, przynależny: być przynależnym

Αγγλικά → Πορτογαλικά - belong

προφορά
v. pertencer; fazer parte; depender

Αγγλικά → Ρουμανικά - belong

προφορά
v. aparţine, fi din, locui în

Αγγλικά → Ρωσικά - belong

προφορά
г. принадлежать, быть одним из группы, быть связанным, быть 'своим'; быть родом из, происходить; относиться, находиться, помещаться

Αγγλικά → Ισπανικά - belong

προφορά
v. pertenecer; tener un sitio

Αγγλικά → Τουρκικά - belong

προφορά
f. nin olmak, üyesi olmak, ilgili olmak, yeri olmak, uygun olmak, yararlı olmak

Αγγλικά → Ουκρανικά - belong

προφορά
v. власність: бути власністю, частина: бути частиною, стосуватися, годитися, належати

Αγγλικά → Ολλανδικά - belong

προφορά
ww. toebehoren; passen bij

Αγγλικά → Αραβικά - belong

προφορά
‏خص، إنتمى، نسب، تمتع، قطن‏

Αγγλικά → Κινεζικά - belong

προφορά
(动) 属于, 住; 合适; 适宜

Αγγλικά → Κινεζικά - belong

προφορά
(動) 屬於, 住; 合適; 適宜

Αγγλικά → Χίντι - belong

προφορά
v. होना: किसी का होना, संपत्ति होना, संबद्ध होना, सदस्य होना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - belong

προφορά
(動) 所有である; 所属している, 属する; 合う

Αγγλικά → Κορεατικά - belong

προφορά
동. 속하다, ...의 것이다; 어울리다, 적합하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - belong

προφορά
v. thuộc về


Χρονοι ρηματων

Present participle: belonging
Present: belong (3.person: belongs)
Past: belonged
Future: will belong
Present conditional: would belong
Present Perfect: have belonged (3.person: has belonged)
Past Perfect: had belonged
Future Perfect: will have belonged
Past conditional: would have belonged
© dictionarist.com