Γερμανικά → Αγγλικά - beliebt

προφορά
adj. liked, beloved, fancied, popular, well-liked; admired; approved

Γερμανικά → Γαλλικά - beliebt

προφορά
adj. apprécié, populaire

Γερμανικά → Ιταλικά - beliebt

προφορά
adj. benvoluto, preferito, caro
adv. popolarmente

Γερμανικά → Ρωσικά - beliebt

προφορά
adj. любимый, популярный, излюбленный

Γερμανικά → Ισπανικά - beliebt

προφορά
adj. querido, solicitado, moda: de moda, apreciado, concurrido, estimado, popular

Γερμανικά → Τουρκικά - beliebt

προφορά
s. sevilen, aranılan

Γερμανικά → Ολλανδικά - beliebt

προφορά
bemint ,geliefd ,in trek ,beliefd ,belieft ,believen ,bemind ,blieft

Γερμανικά → Κινεζικά - beliebt

προφορά
adj. 流行的。受欢迎的。


© dictionarist.com