Αγγλικά → Ελληνικά - being

προφορά
ουσ. ο, ύπαρξη, ουσία, ζωή, υπόσταση

Αγγλικά → Αγγλικά - being

προφορά
n. existence; entity; creature

Αγγλικά → Γαλλικά - being

προφορά
n. existence; être; entité; créature; création

Αγγλικά → Γερμανικά - being

προφορά
[be] v. sein; existieren
n. Wesen, Lebewesen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - being

προφορά
n. adanya, wujud, mahluk, makhluk
a. ada: yg ada, benar

Αγγλικά → Ιταλικά - being

προφορά
s. esistenza, vita; natura, indole, animo; creatura, persona, essere vivente

Αγγλικά → Πολωνικά - being

προφορά
n. istota, byt, istnienie, przebywanie, stworzenie
a. trwający

Αγγλικά → Πορτογαλικά - being

προφορά
s. existência; ente; ser, criatura

Αγγλικά → Ρουμανικά - being

προφορά
n. fiinţare, fiinţă, existenţă, viaţă, făptură, creatură, esenţă, prezenţă, străfund
a. prezent, existent, fiinţă: în fiinţă

Αγγλικά → Ρωσικά - being

προφορά
с. существование, жизнь, бытие; живое существо, плоть и кровь, человек, существо, суть

Αγγλικά → Ισπανικά - being

προφορά
s. ser, existencia

Αγγλικά → Τουρκικά - being

προφορά
i. varlık, olma, varoluş; yaradılış, yapı

Αγγλικά → Ουκρανικά - being

προφορά
n. буття, існування, життя, істота, перебування, сутність
a. існуючий

Αγγλικά → Ολλανδικά - being

προφορά
zn. bestaan; zijn; wezen

Αγγλικά → Αραβικά - being

προφορά
‏كينونة، كائن، وجود، الكائن، شخصية، شخص في الوقت الحاضر، الكون‏

Αγγλικά → Κινεζικά - being

προφορά
(名) 存在; 生命; 生存; 生物

Αγγλικά → Κινεζικά - being

προφορά
(名) 存在; 生命; 生存; 生物

Αγγλικά → Χίντι - being

προφορά
n. अस्तित्व, जीव, बूदबाश, जीवजंतु, जीवधारी, प्राणी, प्राणधारी
a. मौजूद

Αγγλικά → Ιαπωνικά - being

προφορά
(名) 生き物; 人間; 存在; 生存
(動) 存在する

Αγγλικά → Κορεατικά - being

προφορά
명. 존재; 생물; 실제


dictionary extension
© dictionarist.com