Γερμανικά → Αγγλικά - begierig

προφορά
adv. avidly, eagerly; greedily; passionately, zealously, ardently, enthusiastically, desirously

Γερμανικά → Γαλλικά - begierig

προφορά
adj. avide, concupiscent, cupide, impatient
adv. avidité: avec avidité, avidement

Γερμανικά → Ιταλικά - begierig

προφορά
adj. desideroso, smanioso, curioso, ansioso
adv. avidamente

Γερμανικά → Ρωσικά - begierig

προφορά
adj. жадный, алчный, жаждущий, желающий, падкий

Γερμανικά → Ισπανικά - begierig

προφορά
adj. deseoso, ganoso, ansioso, ávido, codicioso, impaciente por, hambriento
adv. ansiosamente

Γερμανικά → Τουρκικά - begierig

προφορά
s. düşkün, istekli, hırslı, açgözlü, tamahkar, çok arzulu

Γερμανικά → Ολλανδικά - begierig

προφορά
begerig ,gretig

Γερμανικά → Κινεζικά - begierig

προφορά
adj. adv. 渴望的。好奇的。贪婪的。


© dictionarist.com