Γερμανικά → Αγγλικά - begeistert

προφορά
adj. inspired, full of inspiration; motivated, stimulated, moved; passionate, ardent; enthusiastic, rhapsodic

Γερμανικά → Γαλλικά - begeistert

προφορά
adj. enthousiaste, fanatique, fervent, passionné, mordu, ravi

Γερμανικά → Ιταλικά - begeistert

προφορά
adj. infatuato, entusiasta, appassionato
adv. entusiasticamente

Γερμανικά → Ρωσικά - begeistert

προφορά
adj. восторженный, страстный, пылкий, воодушевленный, вдохновленный, вдохновенный

Γερμανικά → Ισπανικά - begeistert

προφορά
adj. entusiasta, embebecido

Γερμανικά → Τουρκικά - begeistert

προφορά
s. heyecanlı, coşkun, cezbeli

Γερμανικά → Ολλανδικά - begeistert

προφορά
geestdriftig ,bezielen ,bezielt ,enthousiast ,opgetogen ,uitbundig

Γερμανικά → Κινεζικά - begeistert

προφορά
adj. adv. 热情的。兴奋的。热烈的。


© dictionarist.com