Αγγλικά → Ελληνικά - beacon

προφορά
ουσ. φάρος, υφαλοδείκτης, πυρσός, ορόσημο διοπτεύσεως, φανάρι

Αγγλικά → Αγγλικά - beacon

προφορά
n. warning light; lighthouse; guide

Αγγλικά → Γαλλικά - beacon

προφορά
n. fanal; signal lumineux; phare; lanterne; guide

Αγγλικά → Γερμανικά - beacon

προφορά
n. Leuchtfeuer; Funkfeuer, Leuchtturm

Αγγλικά → Ινδονησιακά - beacon

προφορά
n. suar, menara api, rambu, lentera laut

Αγγλικά → Ιταλικά - beacon

προφορά
s. falò, fuoco di segnalazione; monte, altura; faro, boa luminosa; (Rad) radiofaro; (Aer) aerofaro; (fig) esempio, guida luminosa

Αγγλικά → Πολωνικά - beacon

προφορά
n. latarnia morska, boja świetlna, światło ostrzegawcze dla marynarzy, sygnał radiowy, radiolatarnia, nazwa wielu wzniesień terenowych, znak drogowy
v. oświetlać

Αγγλικά → Πορτογαλικά - beacon

προφορά
s. farol; baliza; bóia luminosa, luz que serve de guia

Αγγλικά → Ρουμανικά - beacon

προφορά
n. semnal luminos, far, jalon, făclie
v. călăuzi cu un semnal luminos, lumina, aprinde

Αγγλικά → Ρωσικά - beacon

προφορά
с. сигнальный огонь, сигнальный фонарь, желтый сигнальный фонарь, маяк, радиомаяк, бакен, буй, сигнальная башня, предостережение

Αγγλικά → Ισπανικά - beacon

προφορά
s. faro, torre de aviso; almenara, baliza, baliza de señales, fuego de aviso, luz de aviso

Αγγλικά → Τουρκικά - beacon

προφορά
f. işaret koymak, yol göstermek
i. fener, işaret ateşi, işaret kulesi, uyarı ışığı, radyofar, yol gösteren sinyal, trafik lâmbası

Αγγλικά → Ουκρανικά - beacon

προφορά
n. сигнальний вогонь, маяк, зірка: провідна зірка, буй, бакен, береговий знак, віха, переносний ліхтар
v. світити сигнальними вогнями, віха: позначати віхами, указувати шлях

Αγγλικά → Ολλανδικά - beacon

προφορά
zn. gelijkstelling; vuurtoren; licht ter waarschuwing

Αγγλικά → Αραβικά - beacon

προφορά
‏منارة، مشعل، مرشد لاسلكي‏
‏زود بمنارة، هدى أو رشد، أضاء المنارة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - beacon

προφορά
(名) 烟火; 灯塔

Αγγλικά → Κινεζικά - beacon

προφορά
(名) 煙火; 燈塔

Αγγλικά → Χίντι - beacon

προφορά
n. प्रकाश, प्रकाशस्तम्भ

Αγγλικά → Ιαπωνικά - beacon

προφορά
(名) のろし; 信号塔; 灯台

Αγγλικά → Κορεατικά - beacon

προφορά
명. 봉홧불; 등대; 안내표지

Αγγλικά → Βιετναμικά - beacon

προφορά
n. phù tiêu, hải tiêu
v. rọi đèn, dẩn đường


Χρονοι ρηματων

Present participle: beaconing
Present: beacon (3.person: beacons)
Past: beaconed
Future: will beacon
Present conditional: would beacon
Present Perfect: have beaconed (3.person: has beaconed)
Past Perfect: had beaconed
Future Perfect: will have beaconed
Past conditional: would have beaconed
© dictionarist.com