Αγγλικά → Ελληνικά - basis

προφορά
ουσ. αρχή, βάση

Αγγλικά → Αγγλικά - basis

προφορά
n. foundation, base
n. base, foundation, bottom layer; principal element, fundamental part; keystone
n. basis, mount; foundation; place from which actions are carried out (Military)

Αγγλικά → Γαλλικά - basis

προφορά
n. base, fondation, fondement

Αγγλικά → Γερμανικά - basis

προφορά
n. Basis, Grundlage

Αγγλικά → Ινδονησιακά - basis

προφορά
n. dasar, asas, mula, permulaan, basis, rukun

Αγγλικά → Ιταλικά - basis

προφορά
s. base; basamento; basi, fondamento

Αγγλικά → Πολωνικά - basis

προφορά
n. podstawa, podłoże, ugruntowanie, baza, zasada, grunt, liczba mnoga

Αγγλικά → Πορτογαλικά - basis

προφορά
s. base; fundamento

Αγγλικά → Ρουμανικά - basis

προφορά
n. bază, fundament, temelie, talpă, temei

Αγγλικά → Ρωσικά - basis

προφορά
с. базис, основа, основание, база

Αγγλικά → Ισπανικά - basis

προφορά
s. base, basa, basamento, fundación, pedestal; principio básico, apoyatura, principio fundamental; términos

Αγγλικά → Τουρκικά - basis

προφορά
i. temel, esas, kaynak, köken, ilke, prensip, kaide, üs, belkemiği

Αγγλικά → Ουκρανικά - basis

προφορά
n. основа, базис, підстава, основний компонент, фундамент, база, норма, під, підвалини

Γερμανικά → Αγγλικά - basis

προφορά
n. foundation, base

Ινδονησιακά → Αγγλικά - basis

n. basis, base, principle, principium

Ολλανδικά → Αγγλικά - basis

προφορά
n. basis, mount; foundation; place from which actions are carried out (Military)

Αγγλικά → Ολλανδικά - basis

προφορά
zn. grondslag, basis

Γερμανικά → Γαλλικά - basis

προφορά
n. base (f), naissance (f), pied (m)

Γερμανικά → Ιταλικά - basis

προφορά
n. base (f), fondamento (m), zoccolo (m)

Γερμανικά → Ρωσικά - basis

προφορά
n. базис (f), база (f), основание (f), фундамент (f), основа (f)

Γερμανικά → Ισπανικά - basis

προφορά
n. base (f), basa (f), fundamento (m), basamento (m), bancada (f)

Γερμανικά → Τουρκικά - basis

προφορά
i. temel (f), esas (f), üs (f), taban (f), kaide (f), asli sayı (f)

Ολλανδικά → Γαλλικά - basis

προφορά
1. (algemeen) base (f); fondement (m) 2. (principe) fondement (m); base (f); assises (fp)
3. (gebouw) base (f); fondation (f)
4. (militair) poste de commandement

Γερμανικά → Ολλανδικά - basis

προφορά
basis ,achterban

Αγγλικά → Αραβικά - basis

προφορά
‏أساس، قاعدة أساس، عنصر أساسي، مبدأ أساسي، قوام، قاعدة، الأساس‏

Αγγλικά → Κινεζικά - basis

προφορά
(名) 基础, 主要成分

Αγγλικά → Κινεζικά - basis

προφορά
(名) 基礎, 主要成分

Αγγλικά → Χίντι - basis

προφορά
n. आधार, मूल, बुनियाद, मौलिकता, उसूल, मूलतत्त्व

Αγγλικά → Ιαπωνικά - basis

προφορά
(名) 基礎; 主成分

Αγγλικά → Κορεατικά - basis

προφορά
명. 기초;주성분

Αγγλικά → Βιετναμικά - basis

προφορά
n. nền tảng, căn cứ

Γερμανικά → Κινεζικά - basis

προφορά
[die]


dictionary extension
© dictionarist.com