Ισπανικά → Αγγλικά - barquero

προφορά
n. boatman, man who deals with or operates boats; ferryman, man who works on a ferry

Ισπανικά → Γαλλικά - barquero

προφορά
(náutico) batelier (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - barquero

προφορά
n. bootsführer, fährmann, schiffer

Ισπανικά → Ρωσικά - barquero

προφορά
n. лодочник

Ισπανικά → Κορεατικά - barquero

προφορά
n. 전세 보트 업자, 나룻배 업자


dictionary extension
© dictionarist.com