Πορτογαλικά → Αγγλικά - barométrico

προφορά
adj. barometric, barometrical

Ισπανικά → Αγγλικά - barométrico

προφορά
adj. barometric, concerning atmospheric pressure, pertaining to a barometer

Πορτογαλικά → Γαλλικά - barométrico

προφορά
(física) barométrique

Ισπανικά → Γαλλικά - barométrico

προφορά
(física) barométrique

Ισπανικά → Γερμανικά - barométrico

προφορά
a. barometrisch


dictionary extension
© dictionarist.com