Αγγλικά → Ελληνικά - bargaining

προφορά
[bargain] ρήμ. παζαρεύω

Αγγλικά → Αγγλικά - bargaining

προφορά
n. negotiating, haggling

Αγγλικά → Γαλλικά - bargaining

προφορά
n. marchandage; négociation

Αγγλικά → Γερμανικά - bargaining

προφορά
[bargain] v. handeln (um Preis); Geschäft machen
n. Handel, Verhandlung

Αγγλικά → Ινδονησιακά - bargaining

προφορά
v. berdagang, menduga, mengharapkan, tawar-menawar, bertawar-tawaran

Αγγλικά → Ιταλικά - bargaining

προφορά
s. mercanteggiamento; contrattazione

Αγγλικά → Πολωνικά - bargaining

προφορά
v. targować się, robić interesy, umawiać się, spodziewać się

Αγγλικά → Πορτογαλικά - bargaining

προφορά
s. regateio, negociação

Αγγλικά → Ρουμανικά - bargaining

προφορά
v. negocia, face o afacere

Αγγλικά → Ρωσικά - bargaining

προφορά
с. переговоры, торговля

Αγγλικά → Ισπανικά - bargaining

προφορά
s. regateo, negociación

Αγγλικά → Τουρκικά - bargaining

προφορά
i. pazarlık, görüşme

Αγγλικά → Ουκρανικά - bargaining

προφορά
n. торг

Αγγλικά → Ολλανδικά - bargaining

προφορά
zn. tot een overeenkomst komen

Αγγλικά → Αραβικά - bargaining

προφορά
‏مساومة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - bargaining

προφορά
(名) 议价; 商讨; 讨价

Αγγλικά → Κινεζικά - bargaining

προφορά
(名) 議價; 商討; 討價

Αγγλικά → Χίντι - bargaining

προφορά
v. सौदा करना, सौदा पटाना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - bargaining

προφορά
(名) 取引
(動) 駆け引きする; 取引する; 契約する

Αγγλικά → Κορεατικά - bargaining

προφορά
명. 거래, 교섭

Αγγλικά → Βιετναμικά - bargaining

προφορά
v. điều đình, thương thuyết, trả gía


dictionary extension
© dictionarist.com