Αγγλικά → Ελληνικά - bald

προφορά
επίθ. φαλακρός

Αγγλικά → Αγγλικά - bald

προφορά
adj. hairless; bare, exposed; unadorned
adv. anon, soon, shortly, immediately, in a short time, anytime soon

Αγγλικά → Γαλλικά - bald

προφορά
adj. chauve; sans cheveux; non fourni, nu, vide; lisse, décharné; plat

Αγγλικά → Γερμανικά - bald

προφορά
adj. kahl; glatzköpfig; einfach

Αγγλικά → Ινδονησιακά - bald

προφορά
a. botak, gundul, bulus, hiasan: tanpa hiasan, sederhana

Αγγλικά → Ιταλικά - bald

προφορά
agg. calvo, (fam) pelato; nudo; brullo; spoglio; disadorno, semplice; chiaro, evidente; esplicito; (Zool) con una macchia bianca sulla fronte; liscio, consumato

Αγγλικά → Πολωνικά - bald

προφορά
a. łysy, suchy, strzałka: ze strzałką, bezdrzewny, bezlistny, jawny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - bald

προφορά
adj. careca, calvo; pelado

Αγγλικά → Ρουμανικά - bald

προφορά
a. chel, pleşuv, gol, simplu, deschis, plat {fig.}, sec, monoton, curat, ţintat

Αγγλικά → Ρωσικά - bald

προφορά
прил. лысый, облысевший, безволосый, плешивый; голый, оголенный; лишенный, лишенный растительности; неприкрытый, неприкрашенный; прямой, простой, убогий; бесцветный; с белой отметиной на голове

Αγγλικά → Ισπανικά - bald

προφορά
adj. calvo, moroncho, morondo, motilón, pelado, pelón, sin un pelo

Αγγλικά → Τουρκικά - bald

προφορά
s. kel, kabak, saçsız, dazlak (Argo), tüysüz; yalın, sade, yavan; sıkıcı; yapraksız

Αγγλικά → Ουκρανικά - bald

προφορά
a. лисий, плішивий, голомозий, голий, оголений, неприкритий, неприхований, неприкрашений, прямий, простий, пустий, беззмістовний, убогий, безбарвний

Γερμανικά → Αγγλικά - bald

προφορά
adj. hairless; bare, exposed; unadorned

Αγγλικά → Ολλανδικά - bald

προφορά
bn. kaal; open en bloot

Γερμανικά → Γαλλικά - bald

προφορά
adv. bientôt, heure: tout à l'heure, temps: dans peu de temps, vite, presque, enfin

Γερμανικά → Ιταλικά - bald

προφορά
adv. poco: fra poco, presto, quasi {fam.}, subito

Γερμανικά → Ρωσικά - bald

προφορά
adv. скоро, вскоре, чуть не

Γερμανικά → Ισπανικά - bald

προφορά
adv. pronto, breve: en breve, dentro de poco, próximamente, casi, poco: por poco, recién

Γερμανικά → Τουρκικά - bald

προφορά
z. yakında, biraz sonra, hemen, kolay, bazen

Γερμανικά → Ολλανδικά - bald

προφορά
eerlang ,gauw ,spoedig ,straks ,weldra ,eerdaags ,eerstdaags ,op termijn

Αγγλικά → Αραβικά - bald

προφορά
‏صلع‏
‏أصلع، أجرد، بسيط غير مزخرف، جاف غير مشوق، صريح مكشوف، ذو بياض فى الرأس‏

Αγγλικά → Κινεζικά - bald

προφορά
(形) 秃头的, 单调的, 光秃的

Αγγλικά → Κινεζικά - bald

προφορά
(形) 禿頭的, 單調的, 光禿的

Αγγλικά → Χίντι - bald

προφορά
a. चटियल, नीरस, नंगा, अनलंकृत, गंजा

Αγγλικά → Ιαπωνικά - bald

προφορά
(形) はげた; 木がない; 葉のない

Αγγλικά → Κορεατικά - bald

προφορά
형. 대머리의; 노골적인; 꾸밈없는

Αγγλικά → Βιετναμικά - bald

προφορά
a. khô khan

Γερμανικά → Κινεζικά - bald

προφορά
adv. 不久。


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: balding
Present: bald (3.person: balds)
Past: balded
Future: will bald
Present conditional: would bald
Present Perfect: have balded (3.person: has balded)
Past Perfect: had balded
Future Perfect: will have balded
Past conditional: would have balded
© dictionarist.com