Αγγλικά → Ελληνικά - bake

προφορά
ρήμ. ψήνω

Αγγλικά → Αγγλικά - bake

προφορά
n. dish comprising of a few ingredients that are mixed together and baked; social event or party at which food is baked and served; act of baking; cooking bread or pastries or cakes
v. cook in an oven; tan, sunbathe
n. beacon, warning light, buoy, anchored float used as a guide to navigators (Nautical)

Αγγλικά → Γαλλικά - bake

προφορά
v. cuire au four; bronzer; brunir; avoir chaud, crever de chaleur

Αγγλικά → Γερμανικά - bake

προφορά
n. Gericht aus wenigen Zutaten die zusammen gemischt und gebacken werden; Zusammentreffen, Treffen bei dem gebackene Nahrung serviert wird; Backen von Brot und Kuchen
v. backen, bräunen (in der Sonne)

Αγγλικά → Ινδονησιακά - bake

προφορά
n. pesta informil
v. membakar, matang

Αγγλικά → Ιταλικά - bake

προφορά
s. piatto al forno; riunione in cui si offre cibo cotto al forno; infornata; pane o dolci cotti al forno
v. cuocere al forno

Αγγλικά → Πολωνικά - bake

προφορά
v. upiec, dopalić, piec, wypiec, wypalać cegłę, piec się, prażyć się, wyprażać się, dopalać, wypiekać

Αγγλικά → Πορτογαλικά - bake

προφορά
v. assar; se queimar ( de sol)

Αγγλικά → Ρουμανικά - bake

προφορά
v. coace, arde, prăji, frige, prăji: se prăji la soare

Αγγλικά → Ρωσικά - bake

προφορά
г. печь, испечь, выпекать, запекать, запечь, запекаться, спечь, печься, припекать; сушить, сушить на солнце; загорать на солнце; затвердевать, обжигать

Αγγλικά → Ισπανικά - bake

προφορά
v. cocer al horno, cocer en el horno, cocer en horno, hornear, poner al horno; cocerse

Αγγλικά → Τουρκικά - bake

προφορά
f. fırında pişirmek, pişmek, kurutmak, kavurmak, fırınlamak; çok terlemek,
i. yemekli toplantı [amer.]

Αγγλικά → Ουκρανικά - bake

προφορά
n. випічка, випікання, запікання, печиво
v. пекти, випікати, запікати, припікати, сушити, загоряти на сонці, тверднути, випалити, випалювати, запікатися, пектися

Γερμανικά → Αγγλικά - bake

προφορά
v. cook in an oven; tan, sunbathe

Αγγλικά → Ολλανδικά - bake

προφορά
ww. bakken; zonnebaden

Γερμανικά → Γαλλικά - bake

προφορά
n. bouée (f), balise (f)

Γερμανικά → Ιταλικά - bake

προφορά
n. palina (f)

Γερμανικά → Ρωσικά - bake

προφορά
n. радиомаяк (f)

Γερμανικά → Ισπανικά - bake

προφορά
n. boya (f), baliza (f), faro (m)

Γερμανικά → Τουρκικά - bake

προφορά
i. işaret (f), şamandıra (f), levha (f), kazık (f)

Γερμανικά → Ολλανδικά - bake

προφορά
baken

Αγγλικά → Αραβικά - bake

προφορά
‏خبز، حمص، أنخبز، تحمص‏

Αγγλικά → Κινεζικά - bake

προφορά
(动) 烘, 烤; 烧硬; 烘干; 晒黑; 烘面包; 被晒黑; 被烘干; 感到极热

Αγγλικά → Κινεζικά - bake

προφορά
(動) 烘, 烤; 燒硬; 烘乾; 曬黑; 烘麵包; 被曬黑; 被烘乾; 感到極熱

Αγγλικά → Χίντι - bake

προφορά
v. सेंकना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - bake

προφορά
(動) 焼く; パンを焼く; 熱で固くする
(名) 焼いた料理; 焼いた料理が出される社交パーティー; 焼くこと; パンまたはパステリーまたはケーキ

Αγγλικά → Κορεατικά - bake

προφορά
동. 굽다; 그을리다

Αγγλικά → Βιετναμικά - bake

προφορά
v. nướng, hầm, hấp

Γερμανικά → Κινεζικά - bake

προφορά
[die] pl.Baken 航标。路标。警告路牌。


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: baking
Present: bake (3.person: bakes)
Past: baked
Future: will bake
Present conditional: would bake
Present Perfect: have baked (3.person: has baked)
Past Perfect: had baked
Future Perfect: will have baked
Past conditional: would have baked
© dictionarist.com