Πορτογαλικά → Αγγλικά - básico

προφορά
adj. basic, fundamental, underlying, bottom, main, principal, essential, primary, cardinal

Ισπανικά → Αγγλικά - básico

προφορά
adj. basic, primary; base

Πορτογαλικά → Γαλλικά - básico

προφορά
1. (química) alcalin
2. (fundamental) fondamental; essentiel
3. (elementar) élémentaire; rudimentaire; de base; initial

Ισπανικά → Γαλλικά - básico

προφορά
1. (principal) principal; de base
2. (elemental) élémentaire; rudimentaire; de base; initial

Ισπανικά → Γερμανικά - básico

προφορά
a. grundlegend, grundsätzlich, basisch, alkalisch

Ισπανικά → Ρωσικά - básico

προφορά
adj. основной

Ισπανικά → Κορεατικά - básico

προφορά
adj. 기본


dictionary extension
© dictionarist.com