Αγγλικά → Ελληνικά - authority

προφορά
ουσ. εξουσία, αυθεντία, κύρος

Αγγλικά → Αγγλικά - authority

προφορά
n. power, control, jurisdiction

Αγγλικά → Γαλλικά - authority

προφορά
n. autorité; pouvoir; contrôle; juridiction; domination, force, puissance; gouvernement; administration

Αγγλικά → Γερμανικά - authority

προφορά
n. Verläßlichkeit, Gebietertum; Autorität; Behörde(n)

Αγγλικά → Ινδονησιακά - authority

προφορά
n. kuasa, kekuasaan, hak untuk bertindak, hak memerintah, kewenangan, wewenang, pengaruh, wibawa, kewibawaan, ahli, penguasa, berwenang: orang yg berwenang, berkuasa: orang berkuasa, sumber

Αγγλικά → Ιταλικά - authority

προφορά
s. autorità; autorizzazione; fonte; esperto; influenza, ascendente; autorevolezza; diritto

Αγγλικά → Πολωνικά - authority

προφορά
n. autorytet, kompetencja, rzeczoznawca, znaczenie, władza, naczelnictwo, powaga, świadectwo

Αγγλικά → Πορτογαλικά - authority

προφορά
s. autoridade, senhorio; poder, jurisdição; alto funcionário do governo

Αγγλικά → Ρουμανικά - authority

προφορά
n. autoritate, autoritate: autorităţi, putere, competenţă, stăpânire, sceptru, greutate, cădere, mărire, vază, organ, influenţă, expert

Αγγλικά → Ρωσικά - authority

προφορά
с. власть, полномочие; власти, начальство; авторитет, вес, влияние; крупный специалист; основание, значение

Αγγλικά → Ισπανικά - authority

προφορά
s. autoridad, comando, control, jerarquía, poder, potestad; representante de la ley

Αγγλικά → Τουρκικά - authority

προφορά
i. otorite, yetki, yetki belgesi, hüküm, nüfuz, itibar; uzman, bilirkişi; hak

Αγγλικά → Ουκρανικά - authority

προφορά
n. влада, повноваження, сфера компетенції, орган, авторитет, вага, вплив, авторитетний фахівець, авторитетний: авторитетне джерело, авторитетний: авторитетне твердження, доказ, управління, авторитетність, зверхність, міць, настов, начальство

Αγγλικά → Ολλανδικά - authority

προφορά
zn. autoriteit; bevoegdheid;instantie

Αγγλικά → Αραβικά - authority

προφορά
‏سلطة حاكمة، نفوذ، سلطان، وزن، قوة مقنعة، قوة نافذة، حكم، قسم، قوة، قبضة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - authority

προφορά
(名) 专家, 权威, 威信

Αγγλικά → Κινεζικά - authority

προφορά
(名) 專家, 權威, 威信

Αγγλικά → Χίντι - authority

προφορά
n. अधिकार, सत्ता, अधिकारी व्यक्ति, नियोग, रोब

Αγγλικά → Ιαπωνικά - authority

προφορά
(名) 権威; 影響力; 権限; 当局

Αγγλικά → Κορεατικά - authority

προφορά
명. 권위, 권능, 직권, 판례

Αγγλικά → Βιετναμικά - authority

προφορά
n. sự cho phép, ủy quyền, người có quyền, nhà cầm quyền, nhà đương cuộc, quyền thế, ra oai, được quyền


dictionary extension
© dictionarist.com