Αγγλικά → Ελληνικά - authoritative

προφορά
επίθ. εξουσιαστικός, επίσημος, αυθεντικός, επιτακτικός

Αγγλικά → Αγγλικά - authoritative

προφορά
adj. official; reliable; assertive, commanding

Αγγλικά → Γαλλικά - authoritative

προφορά
adj. officiel; fiable, crédible; autoritaire; dur, intransigeant

Αγγλικά → Γερμανικά - authoritative

προφορά
adj. verläßlich, vertrauenswürdig; zuverlässig

Αγγλικά → Ινδονησιακά - authoritative

προφορά
a. berkuasa, kekuasaan: yg menunjukkan kekuasaan, otoriter

Αγγλικά → Ιταλικά - authoritative

προφορά
agg. d'autorità; autorevole; autoritario, imperioso, perentorio

Αγγλικά → Πολωνικά - authoritative

προφορά
a. autorytatywny, miarodajny, bezapelacyjny, apodyktyczny, rozkazujący

Αγγλικά → Πορτογαλικά - authoritative

προφορά
adj. autorizado, confiável, leal; autoritário, dominante; impositivo

Αγγλικά → Ρουμανικά - authoritative

προφορά
a. autoritar, poruncitor, autorizat, oficial, voluntar, puternic

Αγγλικά → Ρωσικά - authoritative

προφορά
прил. влиятельный, авторитетный, повелительный, властный; надежный

Αγγλικά → Ισπανικά - authoritative

προφορά
adj. autoritario, autoritativo, dominante; autorizado, bien documentado; perentorio, terminante

Αγγλικά → Τουρκικά - authoritative

προφορά
s. otoriter, yetkili, buyurucu, amirane

Αγγλικά → Ουκρανικά - authoritative

προφορά
a. авторитетний, впливовий, владний, міродайний

Αγγλικά → Ολλανδικά - authoritative

προφορά
bn. geauthoriseerd; bevoegd; authoriteit

Αγγλικά → Αραβικά - authoritative

προφορά
‏متسلط، رسمي، موثوق، آمر جازم‏

Αγγλικά → Κινεζικά - authoritative

προφορά
(形) 权威的, 命令式的, 有权威的

Αγγλικά → Κινεζικά - authoritative

προφορά
(形) 權威的, 命令式的, 有權威的

Αγγλικά → Χίντι - authoritative

προφορά
a. अधिकार-युक्त, आधिकारिक, प्रामाणिक

Αγγλικά → Ιαπωνικά - authoritative

προφορά
(形) 権力を持った; 権威的な; 信頼すべき

Αγγλικά → Κορεατικά - authoritative

προφορά
형. 권위 있는; 믿을 만한; 강권하는

Αγγλικά → Βιετναμικά - authoritative

προφορά
a. có quyền lực, có uy thế, hống hách, hách dịch, quả quyết


dictionary extension
© dictionarist.com