Αγγλικά → Ελληνικά - austere

προφορά
επίθ. αυστηρός, απέριττος, λιτός

Αγγλικά → Αγγλικά - austere

προφορά
adj. strict; rigid; ascetic; modest
adj. austere, dour, stark
adj. austere, stern, grave, stiff

Αγγλικά → Γαλλικά - austere

προφορά
adj. austère, sévère; rigide; stricte; modeste; ascétique

Αγγλικά → Γερμανικά - austere

προφορά
adj. streng; asketisch; bescheiden

Αγγλικά → Ινδονησιακά - austere

προφορά
a. keras, tegang, cermat, sederhana

Αγγλικά → Ιταλικά - austere

προφορά
agg. austero, severo, grave; rigido; sobrio, semplice

Αγγλικά → Πολωνικά - austere

προφορά
a. surowy, srogi, skromny, prosty, ascetyczny, klasztorny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - austere

προφορά
adj. austero, severo; rigoroso; exigente; modesto

Αγγλικά → Ρουμανικά - austere

προφορά
a. auster, sobru, grav, sever, ascetic, simplu

Αγγλικά → Ρωσικά - austere

προφορά
прил. строгий, суровый, аскетический, простой, без затей, чистый

Αγγλικά → Ισπανικά - austere

προφορά
adj. austero,rígido, adusto; abstinente; escaso; asceta, ascético; espartano

Αγγλικά → Τουρκικά - austere

προφορά
s. sert, haşin; hoşgörüsüz, ciddi, ağırbaşlı; sade, süssüz

Αγγλικά → Ουκρανικά - austere

προφορά
a. суворий, строгий, точний, простий, терпкий, гіркий, чистий, аскетичний

Αγγλικά → Ολλανδικά - austere

προφορά
bn. streng; onvriendelijk; nors; ernstig; matig

Αγγλικά → Αραβικά - austere

προφορά
‏متقشف، متزمت، عابس، قاس، صارم، بسيط جدا، عارعن كل زينة، قاسي‏

Αγγλικά → Κινεζικά - austere

προφορά
(形) 严峻的, 简朴的

Αγγλικά → Κινεζικά - austere

προφορά
(形) 嚴峻的, 簡樸的

Αγγλικά → Χίντι - austere

προφορά
a. सीधा-सादा, सादगीपसन्द

Αγγλικά → Ιαπωνικά - austere

προφορά
(形) 厳しい; 禁欲的な; 簡素な

Αγγλικά → Κορεατικά - austere

προφορά
형. 엄격한; 엄중한; 금욕적인; 간소한

Αγγλικά → Βιετναμικά - austere

προφορά
a. nghiêm khắc, khắc khổ, đắng, rất tầm thường


dictionary extension
© dictionarist.com