Πορτογαλικά → Αγγλικά - aumentado

προφορά
adj. enlarged, extended

Ισπανικά → Αγγλικά - aumentado

προφορά
adj. increased; inflated; improved; megascopic

Πορτογαλικά → Γαλλικά - aumentado

προφορά
1. (tamanho) agrandi; élargi
2. (exagerado) exagéré; outré; appuyé

Ισπανικά → Γαλλικά - aumentado

προφορά
(creciente) se développant; grandissant; croissant

Ισπανικά → Γερμανικά - aumentado

προφορά
a. übermäßig

Ισπανικά → Κορεατικά - aumentado

προφορά
adj. 확대된


dictionary extension
© dictionarist.com